1ος Διαγωνισμός Παραμυθιού koukidaki - Διαβάστε τα κείμενα που συμμετέχουν, βαθμολογήστε ή σχολιάστε τα! *** Κατεβάστε ΔΩΡΕΑΝ ebooks ΕΔΩ! *** Αν σας αρέσει το θέατρο, παρακολουθείτε όλα τα είδη και επιθυμείτε να μοιράζεστε τις εντυπώσεις σας μαζί μας, επικοινωνήστε με το koukidaki. Αρθρογράφοι, κριτικογράφοι, άνθρωποι με ανάλογη κουλτούρα ζητούνται! *** Δείτε τις προγραμματισμένες ημερομηνίες των κληρώσεων στη σελίδα των όρων.
ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΒΙΒΛΙΑ ακολουθώντας τους συνδέσμους. Μυθιστορήματα: Το αγόρι που δεν ήθελε να μεγαλώσει * Πέρα από τις οκτάβες * Ωκεανός * Ψίθυροι εραστών * Η κληρονομιά του αίματος * Λίλιθ και Λασθινία * Το μαντήλι της Θέμιδος * Ανατομία ενός καλλιτέχνη ** Θέατρο: Άκουσε τα κύματα * Ταξίδεψα για να σε βρω ** Διηγήματα: Ευτυχώς που δεν πάθαμε τίποτα * Σκοτεινά φεγγάρια ** Ποίηση: Ως εδώ βυθίζομαι * Ευδόκιμο μέλι * Ένα δέντρο λιβάνι και πάλι ο ξηρανθός * Σώματα δίχως χρόνο * Λαξεμένοι ψίθυροι ** Νουβέλα: Ενηλικίωση * Η σιωπή της Περσεφόνης * Όταν η μοίρα εκδικείται ** Παιδικό: Τύχη... Ουρανοκατέβατη ** Δοκίμιο: Συμβολή στην ιστορία της Κασσάνδρας ** Άλλα: Αλφισμός

Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2020

Το μυστικό της Ερημούπολης

Ελένης Παπατζίκη

Γεια σας. Με λένε Σπύρο και αποφάσισα να μοιραστώ ένα μυστικό μαζί σας.
Ένα μυστικό που μου το αποκάλυψε η γιαγιά μου, που της το είχε αποκαλύψει η γιαγιά της και πάει λέγοντας. Σας το λέω τώρα, απλά για να μην χαθεί και να μην ξεχαστεί με το πέρασμα των χρόνων. Πριν από πολλά πολλά χρόνια λοιπόν, εξαιτίας ενός πολέμου κάποιοι άνθρωποι, κάπου στην Ελλάδα, έχασαν τα σπίτια τους, τις περιουσίες τους, όλα τους τα υπάρχοντα, μα κυρίως τους δικούς τους ανθρώπους. Γονείς, αδερφούς, παππούδες, γιαγιάδες, θειούς, ξαδέρφια… Όσοι απέμειναν, αποφάσισαν να φύγουν από τη βασανισμένη πατρίδα τους και να εγκατασταθούν σε ένα νέο τόπο. Σε ένα νησί, τη Σύρο. Αλλά επειδή φοβόντουσαν πολύ τους εχθρούς και τους πειρατές, πήγαν και έφτιαξαν τα σπίτια τους ψηλά στην κορυφή ενός λόφου, στην Άνω Σύρο, που από 'κει θα έβλεπαν τη θάλασσα και όλα τα πλοία που θα έμπαιναν στο λιμάνι. Αν τυχόν ήταν εχθρικά, θα κλείνονταν στα σπίτια τους μέσα και θα αμπάρωναν τις δυο μεγάλες κεντρικές πόρτες, που οδηγούσαν στο εσωτερικό του οικισμού. Έτσι, θα ένιωθαν και θα ήταν ήσυχοι και ασφαλείς.
Με τον καιρό, αραίωσαν τα εχθρικά καράβια και ο κόσμος αποφάσισε, αντί να στριμώχνεται στο λόφο, φτιάχνοντας σπίτια το ένα πάνω στο άλλο, να κατεβεί στο λιμάνι. Έτσι, θα είχε ευκολότερη πρόσβαση στα πλοία και τα εμπορεύματα. Θα ταξίδευε με μεγαλύτερη άνεση αλλά ταυτόχρονα θα μπορούσε να πηγαινοέρχεται με μεγαλύτερη ευκολία στην εξοχή του νησιού.
Εκεί, στην εξοχή, είχε ο καθένας το χωράφι του, που έσπερνε τα αναγκαία κηπευτικά για την οικογένειά του, κολοκυθάκια, πατάτες, ντομάτες, διάφορα τέτοια δηλαδή. Για να μην έχουν όμως συνέχεια αυτό το σούρτα-φέρτα από και προς την πόλη, καθώς οι συγκοινωνίες ήταν δύσκολες, άρχισαν να φτιάχνουν μικρά πέτρινα καλυβόσπιτα στα χωράφια για να ξαποσταίνουν λιγάκι. Με αυτό τον τρόπο δημιουργήθηκαν τα χωριά. Ε, και βέβαια είχαν μεγαλύτερη απλωσιά και τα παιδιά φχαριστιόντουσαν παιχνίδια.
Βέβαια, από τότε οι άνθρωποι είχαν το χούι, τη συνήθεια δηλαδή, ο ένας να κομπάζει περισσότερο από τον άλλο για το πόσο πλούσιος είναι. Έτσι, άρχισαν να χτίζουν σε συγκεκριμένα μέρη μεγάλα σπίτια. Διάλεξαν τα χωριά εκείνα που είχαν το περισσότερο πράσινο -κυρίως πεύκα. Διάλεξαν μέρη που είχαν όμορφη θέα και φυσικά καθαρό αέρα. Ξεκίνησε τότε ένας συναγωνισμός για το ποιος θα χτίσει το πιο μεγάλο και το πιο όμορφο σπίτι. Και ξέρετε κάτι;
Μέχρι σήμερα μπορεί κανείς να θαυμάσει αυτά τα όμορφα σπίτια -τι λέω σπίτια;- βίλες, στα χωριά, που, μεταξύ μας, πραγματικά, είναι το ένα πιο όμορφο από το άλλο.
Άρχισαν επίσης να χτίζονται ολοένα και περισσότερα σπίτια γύρω από το λιμάνι, που απλώθηκαν στο δεύτερο λόφο, -αντίκρυ από τον πρώτο- στο λόφο της Ανάστασης. Γίνηκε μια μεγάλη πολιτεία που απλώθηκε πολύ, από τη δύση και την ανατολή ίσαμε το βορρά. Στο νότο βρισκόταν το απάγκιο αλλά πάντα πολύβουο λιμάνι. Έδωσαν λοιπόν οι άνθρωποι όνομα στην καινούρια τους πόλη, όπως ο νουνός δίνει όνομα στο βαφτιστήρι του και την είπαν, γιατί ήταν κοριτσάκι, Ερμούπολη. Δηλαδή πόλη του Ερμή, του αγγελιοφόρου θεού, αλλά και θεού του εμπορίου και των ταξιδιωτών. Ήδη, από τότε η πόλη αυτή είχε αρχίσει να έχει μεγάλες εμπορικές συναλλαγές με πολλά μέρη όχι μόνο της Ελλάδας, αλλά και του εξωτερικού. Ίσως βέβαια να την είπαν έτσι επειδή ο Ερμής ήταν, επίσης, ο θεός της απάτης, της κλοπής και της ψευτιάς, χρήσιμα ταλέντα για να συνοδεύουν τις εμπορικές συναλλαγές. Εξάλλου, οι συχνοί καβγάδες των τελωνειακών με τους εμπόρους και τους αγοραστές ξεσήκωναν την αγορά στο πόδι. Όλη την ώρα φωνασκούσαν και έβριζαν αδιάκοπα τον κακομοίρη τον θεό. Αφορμές ήταν συνήθως οι αυξημένες τιμές, για όσους ήθελαν να αγοράσουν. Αυτοί πάντα παζάρευαν να αγοράσουν όσο το δυνατόν φτηνότερα προϊόντα. Άλλοτε πάλι οι πωλητές φώναζαν και αυτοί με τη σειρά τους και πάντα γκρίνιαζαν γιατί ήθελαν να πουλάνε τα προϊόντα ακριβότερα. Ήταν τότε που η Ερμούπολη γέμιζε από φωνές, ζωντάνια, ανθρώπους που πλημμύριζαν κάθε της γωνιά.
Οι κάτοικοι σταδιακά άρχισαν να ζουν άνετα και να αποκτούν λεφτά από το εμπόριο. Έφτιαχναν μεγάλα, καλαίσθητα και φανταχτερά σπίτια αλλά και δημόσια κτήρια. Φρόντιζαν να ντύνονται όμορφα, με ρούχα εντυπωσιακά καμωμένα από υφάσματα που έφερναν από το εξωτερικό και τους τα έραβαν επιτήδειες ράφτρες. Πήγαιναν συχνά στο θέατρο όχι μόνο επειδή τα πιο ονομαστά ταλέντα του χώρου με θιάσους από την Αθήνα ανέβαζαν παραστάσεις, αλλά και επειδή ήθελαν να μοστράρουν τα καινούρια τους ρούχα. Οι κυρίες έκαναν επίδειξη ποια θα φορέσει το πιο ξεχωριστό φόρεμα από όλες, ενώ οι κύριοι με το κοστούμι, το καπέλο και το μπαστούνι τους καμάρωναν από δίπλα. Κι έτσι κυλούσε ο καιρός όμορφα και ωραία στην πόλη αυτή που συνεχώς οι κάτοικοι όλο και αυξάνονταν.
Όμως, όπως μου λέει η γιαγιά μου που τα ξέρει όλα, ο Ερμής, που είχε ακούσει όλες τις βρισιές των ανθρώπων προς εκείνον, δεν δέχτηκε έτσι εύκολα την προσβολή. Έδωσε κατάρα, μετά από τόσα τόσα και άλλα τόσα χρόνια, η Ερμούπολη να γίνει Ερημούπολη. Να ερημώσει η πόλη και να μην κυκλοφορεί άνθρωπος ούτε για δείγμα. Και να που ήρθε ο καιρός και η κατάρα έγινε πραγματικότητα. Οι κάτοικοι κρύφτηκαν στα σπίτια τους. Κανείς δεν έβγαινε έξω. Παιδική φωνή δεν ακουγόταν. Ανθρώπινες ομιλίες δεν ακούγονταν. Ούτε ραδιόφωνα να παίζουν τραγούδια, ούτε γυναίκες στα μπαλκόνια να συζητάνε, ούτε πλανόδιοι πωλητές να διαλαλούν την πραμάτεια τους. Μόνο ζώα κυκλοφορούσαν και λιγοστά τροχοφόρα ανθρώπων βαριεστημένων που τους μετέφεραν στις δουλειές τους. Άδειασε η πόλη, όπως αδειάζει ένα σακί από το περιεχόμενό του και πέφτει κάτω στο έδαφος άψυχο και τσαλακωμένο.
Είδε τότε ο Ερμής την πόλη του και μαράζωσε. Καθόλου δεν του άρεσε η εικόνα αυτή. Δεν ήταν αυτό που ήθελε για τους ανθρώπους. Να τους τιμωρήσει δηλαδή τόσο βαριά. Έτσι, αποφάσισε να σπάσει την κατάρα, μονάχα εάν βρισκόταν ένα παιδί που θα έπαιζε λύρα στο δρόμο τραγουδώντας. Το πόσο δύσκολο να βρεθεί κάτι τέτοιο δεν λέγεται. Ποιο παιδάκι ήξερε να παίζει λύρα τραγουδώντας; Αλλά το κυριότερο, ποιο παιδάκι θα τολμούσε να ξεμυτίσει από το σπίτι του; Κι όμως, θαύματα γίνονται και μάλιστα καθημερινά, δίπλα μας, μπροστά στα μάτια μας κι εμείς πολλές φορές δεν μπορούμε να τα διακρίνουμε.
Θα σας πω και το δικό μου μυστικό τώρα. Δεν μου αρέσει το σχολείο. Όχι, δεν είναι αυτό το μυστικό μου, απλά ήθελα να σας το πω. Είμαι περίπου δέκα χρονών, έχω μέτριο ανάστημα για την ηλικία μου, έχω καστανά μαλλιά και μαύρα μάτια. Είμαι επίσης ο γιος ενός ταχυδρόμου και μιας κομμώτριας. Ένα συνηθισμένο παιδάκι δηλαδή που όμως τόσο καιρό έχω βαρεθεί να κάθομαι μέσα στο σπίτι. Απ’ ότι λένε οι δικοί μου, πάντα ήμουν τόσο ανήσυχος όπως ακριβώς είναι και τα μαμούνια. Αδιάκοπα στριφογύριζα μέσα στο σπίτι, που ένιωθα να μην με χωρά από τότε που αναγκάστηκα να μένω μέσα στους τέσσερις τοίχους. Μιας και τα μαθήματα είχαν σταματήσει και είχαν σταματήσει και όλες οι υπόλοιπες δραστηριότητες που έκανα, καθόμουν άπραγος. Όχι εντελώς, για να λέμε και την αλήθεια. Ψευτόκανα τα μαθήματα του σχολειού που με υποχρέωναν αλλά και τα μαθήματα της μουσικής που είχα ξεκινήσει δυο χρόνια πριν. Μάθαινα λύρα καθώς ο μπαμπάς μου, με μακρινή καταγωγή από την Κρήτη, μου είχε ενσταλάξει την αγάπη του για οτιδήποτε κρητικό, ομοίως και για τη μουσική. Η μαμά μου πάλι με είχε ποτίσει με τις αρετές του λόγου. Κάθε βράδυ διαβάζουμε μαζί, άλλοτε παραμύθια, άλλοτε μυθιστορήματα και άλλοτε ποίηση. Παραδόξως εμένα μου αρέσει πολύ όλη αυτή η βραδινή ιεροτελεστία πριν πάω για ύπνο. Τα πρωινά βγαίνω στην αυλή και παίζω του κόσμου τα παιχνίδια με τις ώρες. Κι εκεί, πάνω στο παιχνίδι, μου ξεφεύγουν κουβέντες από τα βιβλία που μου διάβαζαν. Μονολογώ διαρκώς ποιηματάκια και τα φτιάχνω μονάχος μου τραγούδια. Ε, σιγά σιγά ξεθάρρεψα και άρχισα να σουλατσάρω στους έρημους δρόμους της γειτονιάς μου. Ένιωθα όμορφα. Ένιωθα σαν μικρός θεός, λες και μου ανήκε η πλάση όλη. Τότε ήταν που φχαριστιόμουν τις βόλτες μου ακόμα πιο πολύ. Ώσπου μια μέρα, ανάμεσα στις βόλτες και το παιχνίδι μου, ανακάλυψα το πάντρεμα. Το πάντρεμα της λύρας και των λέξεων σε ένα τραγούδι που μου άρεσε τόσο που έμαθα να το σκαλίζω κουτσά στραβά στη λύρα και να το τραγουδάω με την ακατέργαστη και λιγάκι αστεία φωνή μου. Τσάκωσα λοιπόν τη λύρα μου μια μέρα και βγήκα στο δρόμο και έπαιζα και τραγουδούσα:

«Τούτο το μήνα,
τον από πάνω
τον από πάνω
τον παραπάνω
αϊτός εβγήκε να κυνηγήσει,
να κυνηγήσει και να γυρίσει...»

Και ακούγοντας τούτα τα παντρέματα ο θεός μέρωσε. Πήγε στο πιο ψηλό βουνό και έριξε την κατάρα του με δύναμη κάτω στον γκρεμό να τσακιστεί, να γίνει χίλια κομμάτια. Έκανε τους ανθρώπους να επιστρέψουν στις ρούγες, στις δουλειές τους, στα χωράφια τους, στα μπαλκόνια τους και τα παιδιά στα σχολειά, τα γήπεδα και τις παιδικές χαρές. Η Ερημούπολη εξαφανίστηκε και στη θέση της επέστρεψε η όμορφη και πολύβουη Ερμούπολη. Οι άνθρωποι κάτι υποπτεύθηκαν και έκτοτε σταμάτησαν να μιλούν άσκημα για τον Ερμή.
Όχι μόνο αυτό αλλά άρχισαν να σιγοτραγουδούν ολοένα και περισσότερο.

«Μαύρα μου μάτια κι αγαπημένα».


Ελένη Παπατζίκη
Συμμετοχή στον 1ο Διαγωνισμό Παραμυθιού koukidaki
Μπορείτε να σχολιάσετε αυτό το παραμύθι παρακάτω ή/και να το βαθμολογήσετε εδώ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου


ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Λίλιθ και Λασθινία, Μιχάλης ΓριβέαςΣκοτεινά φεγγάρια, Γιώργος ΔόλγυραςΕυτυχώς που δεν πάθαμε τίποτα, Χρυσούλα ΔιπλάρηΨίθυροι εραστώνΣώματα δίχως χρόνο, Δέσποινα ΣιμάκηΕυδόκιμο μέλι, Νεφέλη ΣμίχεληΛαξεμένοι ψίθυροι, Μαρίζα Καζακλάρη
Ανατομία ενός καλλιτέχνη, Ισαβέλλα ΠρίτσαΤαξίδεψα για να σε βρω, Ν.Βαρδάκας και Φ.ΤσαγανάκηΘ.Θεοδωρής, Πέρα από τις οκτάβεςΣυμβολή στην ιστορία της ΚασσάνδραςΤο μαντήλι της Θέμιδος, Λ. ΚαποπούλουΩκεανός, Μ.ΚατρακηςΤύχη... ουρανοκατέβατη, Δ.Κανλή
Η σιωπή της Περσεφόνης, Θεοφάνης ΠαναγιωτόπουλοςΗ κληρονομιά του αίματος, Νικόλαος ΝτέτσικαςΕνηλικίωση, Νικόλαος Κατέχης
Το αγόρι που δεν ήθελε να μεγαλώσει, Κ. ΙωακειμίδηςΈνα δέντρο λιβάνι και πάλι ο ξηρανθός, Ευφροσύνη Μαντά-ΛαζάρουΩς εδώ βυθίζομαι, Αναστάσιος ΜεγαλοοικονόμουΌταν η μοίρα εκδικείται, Νίκος Δημητρούλιας