Εγγραφή στο newsletter για να μη χάνετε τίποτα! *** Φωνή τέχνης: Έχουμε πρωτιές! *** Δωρεάν διπλές προσκλήσεις! *** Κατεβάστε ΔΩΡΕΑΝ e-books ή διαβάστε λογοτεχνικά κείμενα σε πρώτη δημοσίευση ΕΔΩ! *** Αν σας αρέσει το θέατρο –παρακολουθείτε όλα τα είδη– ή έχετε άποψη για μουσικά άλμπουμ ή για ταινίες ή διαβάζετε λογοτεχνικά έργα κτλ. και επιθυμείτε να μοιράζεστε τις εντυπώσεις σας μαζί μας, επικοινωνήστε με το koukidaki. Αρθρογράφοι, κριτικογράφοι, άνθρωποι με ανάλογη κουλτούρα ζητούνται! *** Δείτε τις ημερομηνίες των προγραμματισμένων κληρώσεων στη σελίδα των όρων.
ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΒΙΒΛΙΑ ακολουθώντας τους συνδέσμους. Μυθοπλασίες: Ο άνεμος χορεύει ανάμεσα στις καλαμιές * Πέρα από το σύμπαν των χρωμάτων * Προς ομοίωσιν: Η Ερημούπολη των ονείρων, Μέρος 1ο * Η πρώτη συνάντηση * Το νησί και ο τελευταίος τουρίστας * Μια χαραμάδα στο όνειρο * Το μυστικό της αθανασίας * Το αμπέλι της θάλασσας * Οκτώ νέοι τίτλοι από τις εκδόσεις Ελκυστής * Η Αγάπη στο διαδίκτυο * Και τα σημάδια πού είναι; * Ο Χρυσόγλωσσος ** Πεζογραφίες: Ταμπουίνος * Η κοινοτοπία της βίας ** Αφηγήματα: Πεζοπορία στις νεφέλες ** Ποίηση: Ανθρακωρύχοι ψυχών * Θρυαλλίς εγένετο

Η αγάπη θάφτηκε στον χρόνο

Μαρίας Καρυτινού

Πίνακας Χριστίνας Μακροπούλου

Η αγάπη την έσπρωξε να σκεφτεί τη μοναξιά του, το δικό του μονοπάτι που αντιλαμβανόταν πως δεν θα 'χε γυρισμό. Ήταν ένας δρόμος χωρίς επιστροφή. Ήταν όλα όσα ζητούσε και πόθησε μέχρι τώρα, αλλά δεν τόλμησε να του αποκαλύψει ποτέ μέχρι πρότινος. Φοβόταν την αντίδρασή του, τις ελπίδες που ίσως κρατούσε ακόμη μέσα του, αλλά για κείνη ήταν φρούδες, δουλοπρεπείς, άκαρπες. Έμεινε ξάγρυπνη και τούτη τη νύχτα. Τον ονειρεύτηκε να είναι δικός της κι όταν ξύπνησε είδε με λύπη πως δεν είχαν μέλλον, κοινό προορισμό. Γι' αυτό και έμεινε συλλογισμένη, κοιτάζοντας μέσα στον θάλαμο του νοσοκομείου το σώμα του πάνω στο στρώμα. Εκείνη, η γυναίκα του, ήταν εκεί.

Ξαγρυπνούσε μαζί του. Του κρατούσε το αδύναμο χέρι του. Η ίδια δεν είχε τίποτα να του προσφέρει, παρά μόνο αγάπη κι ένα χάδι, ένα προσωρινό βάλσαμο… τίποτε άλλο. Στάθηκε, για ώρα, πολύ έξω από την πόρτα του θαλάμου, κοιτάζοντας το θολό τζάμι κι ακούγοντας τον ψίθυρο των λέξεων της άλλης γυναίκας. Χάιδεψε με το βλέμμα της το πρόσωπό του, τα χέρια του, τις σκέψεις του που 'ταν σκόρπιες, χωρίς προορισμό.

Ο γιατρός Αναστασίου κοίταξε για πολλοστή φόρα τη νέα γυναίκα με τα φθαρμένα αθλητικά παπούτσια και το λεπτεπίλεπτο σώμα. Τη γυναίκα με τα μακριά μαύρα μαλλιά, βρεγμένα από τη φθινοπωρινή βροχή. Μια γυναίκα που σίγουρα δεν περνούσε απαρατήρητη από τα αντρικά βλέμματα. Την παρακολουθούσε μέρες τώρα, που ερχόταν και κοίταζε κλεφτά από το θολό τζάμι τον άντρα του θαλάμου 305. Τον άντρα που βρέθηκε πεταμένος στην άσφαλτο, πριν από δύο μήνες, στον περιφερειακό δρόμο προς στη Βάρκιζα. Αναρωτήθηκε, αν αυτή ήταν η γυναίκα που τον είχε βρει και είχε καλέσει εν συνεχεία την αστυνομία, χωρίς να δώσει τα στοιχεία της. Το περιπολικό και το ασθενοφόρο που στάλθηκε, ανέφεραν πως μια γυναίκα έδωσε πληροφορίες για το συμβάν χωρίς να αφήσει το όνομά της.

Την πλησίασε διστακτικά. Μόλις η γυναίκα τον ένιωσε δίπλα της, δεν στράφηκε, παρά ρώτησε.
«Θα συνέλθει; Φαίνεται πολύ αδύναμος!»
«Φυσικά και θα συνέλθει, απλά θέλει τον χρόνο του. Βλέπετε, χτύπησε στο κεφάλι…», διατύπωσε λιγότερο επαγγελματικά από όσο ήθελε ο γιατρός Αναστασίου.
«Καταλαβαίνω. Παρακαλώ, θα 'θελα να κρατήσετε τον αριθμό του κινητού μου. Λέγομαι Ελπίδα Ζαφειρίου. Αν χρειαστεί οτιδήποτε θα είμαι στη διάθεσή σας. Τον γνώριζα πριν από το ατύχημα, αλλά καταλαβαίνετε πως δεν μπορώ να μπω σε αυτό το δωμάτιο. Άλλωστε, μπορεί και να μην με θυμάται…», ψιθύρισε με συστολή, χωρίς να κοιτάξει τον γιατρό.
Εκείνος κούνησε το κεφάλι του με κατανόηση, δίχως να ζητήσει περαιτέρω εξηγήσεις.

Η άγνωστη λοιπόν γυναίκα, λέγεται Ελπίδα... Έχει όνομα!, σκέφτηκε ο χειρουργός Αναστασίου. Θαύμασε για λίγο την άγνωστη που έγινε γνωστή μέσα από ένα όνομα, που ίσως και να μην ήταν το αληθινό της. Αντί για απάντηση, πήρε στα χέρια του το χαρτάκι με ένα κινητό τηλέφωνο που πιθανότητα δεν ήταν επίσης δικό της και κούνησε σκεφτικός το κεφάλι.

Η Ελπίδα Ζαφειρίου χάιδεψε το θολό τζάμι και έφυγε αθόρυβα, τη στιγμή που η άλλη γυναίκα κατευθυνόταν προς την έξοδο του θαλάμου.

Ο γιατρός καθάρισε τον λαιμό του βλέποντάς την και περίμενε τις όποιες ερωτήσεις της.
«..Λοιπόν, γιατρέ, θα θυμηθεί; Θα γίνει καλά; Τον βλέπω να κοιτάζει συνεχώς έξω από το παράθυρο, ενώ παραμένει καθηλωμένος στη σιωπή. Παρακαλώ, μιλήστε ελεύθερα. Θα ήθελα να γνωρίζω όλη την αλήθεια.», είπε συγκρατημένα η κυρία Αλεξάνδρου.
«…Νομίζω πως και την προηγούμενη φορά που με ρωτήσατε, σας έδωσα την ίδια απάντηση. Ο σύζυγός σας θέλει χρόνο. Πιστεύω πως η μνήμη του θα επανέλθει, όταν ηρεμήσει. Συνήθως, αυτά τα χτυπήματα στο κεφάλι είναι απρόοπτα και ανεξιχνίαστα. Μην ανησυχείτε. Θα πάρετε εξιτήριο σήμερα και θα είμαστε σε επικοινωνία».
Ο Αναστασίου έδωσε προβληματισμένος την απάντηση που έκρινε πως έπρεπε να δοθεί αυτή τη στιγμή και έβαλε το τηλέφωνο της Ζαφειρίου στην τσέπη της ιατρικής του ρόμπας. Το ένστικτό του, του φώναζε πως κάτι συνέβαινε ανάμεσα στον άντρα και στις δύο γυναίκες. Ήταν απόλυτα σίγουρος πως θα μάθαινε την αλήθεια. Ή τουλάχιστον ήλπιζε να μάθει την αλήθεια. Άραγε, για ποιον λόγο η σύζυγος ανησυχούσε τόσο πολύ; Μήπως η αληθινή εικόνα του ζευγαριού ήταν διαφορετική από αυτή που ήθελε να δώσει η κυρία Αλεξάνδρου; Μήπως η σύζυγος ανησυχούσε υπερβολικά, διότι είχε άλλους λόγους για ν' ανησυχεί; Μήπως η Ζαφειρίου δεν ήταν η ερωμένη του άντρα, αλλά κάποιο άλλο πρόσωπο που είχε παίξει πολύ σημαντικό ρόλο στη ζωή του ζευγαριού;

Θεέ μου, θα τρελαθώ, σκέφτηκε. Δεν χρειάζεται να σκέφτομαι τόσα… Ας κάνουν ό,τι νομίζουν. Εγώ ως γιατρός έπραξα το καθήκον μου... Κι όμως, υπήρχε κάτι αόριστο και μυστικό που πλανιόταν στην ατμόσφαιρα γύρω του. Αναλογίστηκε, μήπως θα 'πρεπε να καθυστερήσει την αναχώρηση του ασθενή του. Γιατί; Για να ξαναδείς τη Ζαφειρίου;, ψιθύρισε μια μικρή φωνούλα πίσω από τις σκέψεις του.
«Ναι, για να την ξαναδώ», ομολόγησε δυνατά.

Η Ελπίδα, βγαίνοντας από το νοσοκομείο, δεν κάλεσε ταξί, παρά προτίμησε να περπατήσει. Η βροχή έπεφτε ορμητικά πάνω της, αλλά δεν την ένοιαζε. Ήταν μούσκεμα μέχρι το κόκκαλο αλλά ούτε αυτό την απασχολούσε. Οι μέρες που πέρασαν ήταν δύσκολες για κείνη, το παιδί της, τον άντρα της που θα ζούσε σε λίγο με μια άλλη γυναίκα. Κι αν θυμόταν; Κι αν κάποια στιγμή την αναζητούσε, τι θα έκανε τότε… Οι σκέψεις πυρπολούσαν τον νου και την ψυχή της. Γιατί είχε δεχτεί να παίξει αυτό το παιχνίδι; Ήταν ο άντρας της, τον αγαπούσε. Γι' αυτό και δέχτηκε, επειδή τον αγαπούσε. Αν η μνήμη του επέστρεφε, θα 'βλεπε ποιες αποφάσεις θα 'παιρνε. Μέχρι τότε είχε χρόνο. Χρόνο που σαν σταγόνες αίματος στραγγάλιζαν την ύπαρξή της, στοχεύοντας στην καρδιά της, διαπερνώντας κάθε ανάμνηση του παρελθόντος της, σαν να βούλιαζε σ' έναν ωκεανό παρόντος που σιγόβραζε, αναζητώντας τα χλομά μάτια της δικαιοσύνης που 'ξεραν να δείχνουν τα δόντια τους μπροστά στον πόλεμο που ερχόταν καταπάνω της.

Δεν ήξερε αν ήταν πρόθυμη να παραδώσει όλη της τη ζωή σε μια άγνωστη. Και μετά, τι; Σκέφτηκε πως αν ζούσαν οι γονείς της θα μπορούσαν να την βοηθήσουν, να την συμβουλεύσουν. Τώρα όμως ήταν μόνη. Εκείνη και ο μικρός Μάριος. Στη σκέψη του χαμογέλασε και η θλίψη μαλάκωσε μέσα της. Μάριε… Μάριέ μου, μονολόγησε. Αχ! Γιατί συμβιβάστηκα; Έπρεπε να είχε παλέψει ακόμη… για κείνον, για κείνη, για τον γιο της.., σκέφτηκε.

Η βροχή έγινε πια καταρρακτώδης. Τρέμουλο απλώθηκε στο σώμα της και τα δόντια της έτριζαν. Έσυρε τα πόδια της καθώς αυτά αρνούνταν να υπακούσουν στις επιταγές του μυαλού της. Η αποψινή βροχή θα 'ργούσε να σταματήσει όπως και ο χείμαρρος που 'χε ξεσπάσει στη ζωή της. Αναλογίστηκε κάθε όπλο που χρειάστηκε να μεταφέρει, για να φτάσει στο σήμερα, κάθε ψεύτικο δολοπλόκο χαμόγελο που αναγκάστηκε να μοιράσει, για να διασκορπίσει τους εχθρούς της, που τελικά κατέληξαν οι χειρότεροι φίλοι της. Γεράκια με γαμψά νύχια που φλέρταραν με τον καθημερινό της θάνατο, με την ανάγκη της, που της πέταξαν τις χαμένες προσδοκίες της, κουρελιάζοντας κάθε σπίθα ευτυχίας που προσπάθησε να στήσει τα τελευταία χρόνια της ζωής της. Αν εκείνος δεν είχε αρρωστήσει, αν είχε τα χρήματα που χρειαζόταν για τις θεραπείες του, δεν θ' αναγκαζόταν να μοιραστεί τον άντρα της με μια άλλη γυναίκα.

Γνώριζε πως η αγάπη δεν μοιράζεται, αλλά φαίνεται πως ένα στόμα μπορούσε να δώσει φιλιά σε δύο χείλη χωρίς να ρωτηθεί ποτέ γι' αυτό. Κι έτσι, άφησε τον άντρα της στη φροντίδα μιας άλλης γυναίκας, εκείνης που τον αγαπούσε προτού εμφανιστεί η ίδια. Ήλπιζε τουλάχιστον πως ο πόνος θα δαμάζοταν μέσα της, όταν εκείνος θα ήταν υγιής…


Copyright © Μαρίας Καρυτινού All rights reserved, 2025
Πρώτη δημοσίευση
Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου
Στη συνοδευτική εικόνα βλέπετε έργο της Χριστίνας Μακροπούλου