Πώς ξεκίνησε αυτό το μοιραίο βράδυ; Τι έκανε τον Νίκο Κοεμτζή να σκοτώσει τρεις ανθρώπους και να τραυματίσει άλλους εφτά; Άραγε, μια παραγγελία ήταν μόνο η αιτία για να λογοφέρουν και να αφαιρεθούν τόσες ζωές;
Ο Νίκος Κοεμτζής ήταν μια διφορούμενη προσωπικότητα. Γεννημένος σε ένα χωριό της Πιερίας με πολλές στερήσεις από μικρός, μεγάλωσε με αριστερές πεποιθήσεις και ένα αρκετά βεβαρυμμένο ποινικό ιστορικό. Στις 25 Φεβρουαρίου του 1973, στο νυχτερινό μαγαζί Νεράιδα, μαλώνοντας για μια παραγγελία αφαίρεσε τρεις ζωές και καθόρισε για πάντα την μετέπειτα ζωή του, από τα 35 του χρόνια μέχρι τα 71 που άφησε την τελευταία πνοή στον πάγκο που πουλούσε την αυτοβιογραφία του, στο Μοναστηράκι. Για αυτόν μια κακία στιγμή είναι η αιτία, όπως γράφει και στο βιβλίο του, θέλοντας να πει την δική του εκδοχή για τα γεγονότα.
Αρκετές φορές απασχόλησε την κοινή γνώμη αυτός ο άνθρωπος ακόμα και σε ταινία που παίχθηκε το 1980 με τον τίτλο Παραγγελιά.
Ό,τι προσπάθησε να κάνει με τη βιογραφία του γίνεται ένα θεατρικό έργο που προσθέτει στον Κοεμτζή, λίγο πριν να ξεψυχήσει, να πει την αλήθεια του στους απλούς ανθρώπους ως μια εξομολόγηση.
Η τελευταία απολογία του Νίκου Κοεμτζή σε κείμενο του Βαγγέλη Γέττου και σε μια έμπειρη σκηνοθετική ματιά από τον Κώστα Κιμούλη, δίνει τη φωνή του και πάλι, για μια τελευταία φορά, σε ένα συγκλονιστικό μονόλογο από τον Μάρκο Γέττο, σε μια παράσταση που κάνει αίσθηση στο θέατρο Νους, όπου φιλοξενείται, με ένα σωστά λιτό σκηνικό και μια πολύ ταιριαστή μουσική από τον Νίκο Τερζή.
Η ιστορία ενός ανθρώπου που διαμορφώθηκε από αντίξοες συνθήκες περιγράφεται και αφήνει το κοινό να βγάλει τα συμπεράσματά του.
Δεν ξέρω εάν ο ίδιος ο πρωταγωνιστής αυτού του δράματος θα τα έλεγε έτσι αλλά για όσους έχουν διαβάσει το βιβλίο του, όπως κι εγώ, θα έλεγα ότι πλησιάζει αρκετά. Το είχα αγοράσει το 2002 από το Μοναστηράκι, κυρίως από περιέργεια, όταν πήγαινα τις Κυριακές για αγορά δίσκων. Είχα ακούσει την ιστορία του και μου έκανε εντύπωση ο άνθρωπος που την πουλούσε, δεν μπορούσα να διακρίνω σκοτεινιά στο βλέμμα του. Ίσως τότε την είχε; Η φυλακή τον έσπασε; Εγώ είδα έναν ηλικιωμένο, ευγενικό ηλικιωμένο, που με ευχαρίστησε δίνοντάς μου τα ρέστα μου.
Δεν σημαίνει βεβαίως τίποτα αυτό για το τι μπορεί να κρύβει η ψυχή του κάθε ανθρώπου. Η κοινωνία διαμορφώνει τους ανθρώπους, τις γνώμες για το τι θεωρείται τιμή και μπορούμε να πούμε ότι ο Κοεμτζής ήταν ένα τέρας ή να πούμε ότι ήταν ένας δυστυχισμένος άνθρωπος που η ζωή του χάλασε σε μια στιγμή που θα ήθελε να την πάρει πίσω.
Ό,τι και να πιστεύουμε όμως, κάποια γεγονότα καθορίζουν και την πορεία των ανθρώπων, είτε ως τέρατα είτε ως δυστυχείς υπάρξεις.
Ο άγραφος νόμος της παραγγελιάς που αγνοήθηκε και η υπεράσπιση από τον Νίκο Κοεμτζή στον αδελφό του, που είχε παραγγείλει το ζεϊμπέκικο, θεωρώντας ότι θίχτηκε η τιμή του... όλα αυτά είναι παλιές ιστορίες που κάποιοι, τότε, ζούσαν έτσι. Άλλωστε, ας θυμηθούμε και τις βεντέτες που δεν έχουν εξαλειφθεί ακόμα και σήμερα κι αποτελούν σημεία των καιρών που ακολουθούν τα σκοτεινά μονοπάτια του ζεϊμπέκικου που προκάλεσε τόσο αίμα.
Πολύ καλή παράσταση και ένας εξαιρετικός μονόλογος που πατάει σωστά πάνω στο καλό κείμενο του συγγραφέα που εξετάζει τα πράγματα με πιο ψύχραιμο μάτι.
Θέλει υπομονή, να τελειώσει η απολογία πριν καταλήξουμε στα όποια συμπεράσματα.
Ευχαριστώ την κυρία Γρυλλάκη, υπεύθυνη επικοινωνίας, για τις προσκλήσεις που μου διέθεσε ώστε να παρακολουθήσω αυτή την ιδιαίτερη παράσταση.
Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου



