Με δυο λόγια, η Έμιλι Ντίκινσον πέρασε τη ζωή της κλεισμένη στο δωμάτιό της σε μια μικρή επαρχιακή πόλη κι εκεί, παρέα με τον εαυτό της, έγραψε αυτή την πλούσια παρακαταθήκη μιλώντας για τη μοναξιά (της), τον θάνατο, την ψυχή και την αιωνιότητα αλλά και τη φύση. Τα ερωτήματά της πρωτοστατούν και μια –άλλοτε εμφανής κι άλλοτε υποδόρια– εσωτερικότητα διακρίνεται ως χαρακτηριστικό γνώρισμα της πένας της· φυσικά, ταυτόχρονα με τη μελαγχολική ατμόσφαιρα και διάθεσή της ή και την καταθλιπτική της τάση.
Στην εισαγωγή του ο Χαλικιάς αναφέρει: Η ποίηση της είναι κοφτή, γεμάτη παύλες, κεφαλαία, ερωτήματα και σιωπές ενώ τα πιο μικρά πράγματα ανοίγουν δρόμο για στοχασμό πάνω στη ζωή και τον θάνατο. Επίσης, στο απόσπασμα όπου μας εξηγεί πώς εργάστηκε αναφέρει: Διατήρησα την αιχμηρή απλότητα της Dickinson: τις παύλες που κόβουν την ανάσα, τα κεφαλαία που υψώνουν τις πιο κοινές λέξεις σε σύμβολα (εκ παραλλήλου τις προσωποποιούν), την αντίθεση ανάμεσα στο καθημερινό και στο υπερβατικό...
Η Dickinson γράφει για εμπειρίες που βρίσκονται στο μεταίχμιο ζωής και θανάτου ή για μεταθανάτιες, όπως στο Άκουσα μια Μύγα να βουίζει – όταν πέθανα οι οποίες θα μπορούσαν να ιδωθούν μεταφορικά (σε σχέση με τον θάνατο) αλλά η αμεσότητά της, η οποία προκύπτει και μέσω της απλότητας/λιτότητάς της, είναι τέτοια που στοχεύει κατευθείαν στο πιο ισχυρό συναίσθημα και στην πιο έντονη εντύπωση. Γράφει για το επέκεινα ή το περιγράφει· όπως στο Ποτέ δεν είδα Μοναστήρι όπου μας δίνει τη ματιά της για τον Παράδεισο και μία απόδειξη ότι υπάρχει με τον πιο φειδωλό κι ευκρινή τρόπο λες και πρόκειται για αυταπόδεικτο αξίωμα. Λίγα λόγια και μεγάλος ο αντίκτυπος που έχουν πάνω σου – δεν σε αφήνει να παραστρατήσεις γύρω γύρω αναζητώντας δευτερολογίες, ξέρει πώς να σε κερδίζει, ξέρει πώς να στοχεύσει στο κέντρο σου. Ίσως αυτή να είναι η δύναμή της· είναι σίγουρα ο τρόπος της να πει όσα την απασχολούν.
Γράφει για πόνο, μυαλό, καρδιά και ψυχή σαν να είναι τα πιο απλά πράγματα του βίου. Προσδιορίζει τον νου (της) όπως στο Ο Νους – είναι πιο πλατύς απ' τον Ουρανό, αλλού μιλάει σαν σε όνειρο, ονειρεύεται η (προ-)βλέπει το τέλος της (Ένιωσα μια Κηδεία μέσα στον Νου μου), αλλού γράφει για την ματαιότητα γενικά ή για το μάταιο αποτέλεσμα κάποιων πράξεων (Με κλείδωσαν στην Πρόζα) κι αλλού έχει έναν δικό της ερωτισμό υπό το δικό της βλέμμα. Κι όταν καταπιάνεται με την τρέλα γίνεται ακόμα πιο μαγική αφού ξεπερνά το προφανές λέγοντας πώς προσδιορίζεται, το πώς τη βλέπουν οι άλλοι, πώς την ορίζουν (Μεγάλη Τρέλα είναι η πιο θεία Λογική) με μία συγκλονιστική αλήθεια.
Την ενθουσιάζουν μικρά και πολύ απλά πράγματα και γύρω από τη φύση, όπως ένα έντομο. Στο Μου αρέσει να τον βλέπω να καταπίνει τα Μίλια μιλά για ένα άλογο, για παράδειγμα, με την πιο ωραία παρομοίωση που έχω συναντήσει σε ποιητικό έργο, όταν γράφει: ακριβές σαν Άστρο. Και είναι αυτές ακριβώς οι αναλαμπές που ξεπλένουν το μαύρο της σκοτεινιάς της και που σου δείχνουν έναν ενθουσιασμό που περιμένεις να συναντήσεις σε ένα παιδί.
Κατά τα άλλα, κρύβει πάντα τη μελαγχολία μιας απόγνωσης στα έργα της, όπως στο Δεν μπορώ να ζήσω μαζί σου, που αμέσως μετά: θα 'ταν Ζωή, εξηγώντας για μία συνάντηση που δεν έγινε ποτέ.
Αδύνατο να υποκριθεί κανείςΤις Σταγόνες πάνω στο Μέτωπο
Μελετώντας την καταλήγω να θεωρώ την ποίησή της άφιλτρη μεταλαμπάδευση και ίσως γι' αυτό και τόσο ισχυρός ο αντίκτυπός της. Κατά τη γνώμη μου, η Dickinson, δεν κράτησε τίποτα για τον εαυτό της, επιχείρησε το απόλυτο άνοιγμα με τον πιο κάθετο τρόπο που θα μπορούσε.
Η Φασαρία σε ένα ΣπίτιΤο Πρωί μετά τον ΘάνατοΕίναι η πιο ιερή από τις εργασίεςΠου τελούνται πάνω στη Γη –
Φυσικά, μιλά και για ποιητές... και μέσω αυτών για την ύπαρξή της.
Οι Ποιητές ανάβουν μονάχα Λάμπες –Οι ίδιοι – σβήνουν –
Η μοναδικότητα της περίπτωσής της –που απέκτησε φήμη χωρίς να βγει έξω από το δωμάτιό της, που κατάφερε να επηρεάσει την ποίηση του 20ού αιώνα, όχι μόνο στην Αμερική αλλά γενικότερα σε όλο τον δυτικό κόσμο, και που προέβλεψε την αθανασία της– την καθιστά μία must-read περίπτωση για κάθε φιλαναγνώστη ακόμα κι αν δεν μας ενδιαφέρει τίποτα άλλο. Ένα όμως είναι βέβαιο: καθένας μπορεί να γοητευθεί από το πνεύμα της, από τη γραφίδα της και την σκέψη της, καθώς είναι μία διαπεραστική περίπτωση που δεν μπορείς να μην προσέξεις – χώρια που η απομόνωσή της την άφησε αναλλοίωτη, ακλόνητη, διακριτή, καθαρόαιμη.
η Αλήθεια πρέπει να θαμπώνει βαθμιαίαΑλλιώς κάθε άνθρωπος θα 'μενε τυφλός –


