Ο Απόστολος Γιώτας και το Κάτι

Απόστολου Γιώτα Κάτι και φωτογραφία του ίδιου

Τις τελευταίες βδομάδες κάθομαι απέναντί του και τον παρατηρώ. Πάντα το έκανα αλλά συνήθως προσπαθούσα να υποκρίνομαι πως δεν του έδινα ιδιαίτερη σημασία. Αυτόν τον καιρό, όμως, δεν χρειάζεται να προσποιούμαι, δεν δείχνει καν να συνειδητοποιεί ότι είμαι εκεί. Κοιτάει μια οθόνη και κάπου κάπου πατάει κάποια κουμπιά αν και την περισσότερη ώρα απλώς κοιτάει. Καμμιά φορά τον ακούω να μουρμουρίζει και τεντώνω τα αφτιά μου μήπως και καταλάβω τι λέει αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Δυο τρεις φορές τον έχω δει να σκουπίζει τα μάτια του και πάνω που αρχίζω να ανησυχώ μήπως είναι στενοχωρημένος για κάτι, αυτός βάζει τα γέλια.

— Χα, χα, χα! Α χα χα! Ρε τον μαλάκα, τι μαλάκας!

Δεν απευθύνεται σε κάποιον και η αλήθεια είναι πως με τρομάζει αλλά από την άλλη δείχνει χαρούμενος. Μου αρέσει πολύ να τον βλέπω χαρούμενο γιατί τον έχω δει και πολύ λυπημένο στο παρελθόν και δεν ήταν καθόλου ωραίο θέαμα.

Μερικές φορές σηκώνεται απότομα και βγαίνει στο μπαλκόνι για να κάνει τσιγάρο βηματίζοντας πέρα δώθε. Επίσης, κάθε φορά που το κάνει φροντίζει να κλείνει την μπαλκονόπορτα. Υποτίθεται πως το κάνει για μην μπαίνει ο καπνός του τσιγάρου μέσα στο σπίτι αλλά εγώ έχω φτάσει στο σημείο να πιστεύω ότι απλά δεν με θέλει δίπλα του. Δεν με πειράζει αν κι εγώ τον θέλω πάντα να είναι κοντά μου... Όταν ξαναμπαίνει ανοίγει την πόρτα του ψυγείου, πίνει λίγο νερό και μετά κοιτάζει τα ράφια πριν το ξανακλείσει. Λες κι ελπίζει να δει εκεί μέσα κάτι που δεν είχε προσέξει νωρίτερα ή που εμφανίστηκε ξαφνικά μόνο του. Ώρες ώρες πραγματικά δεν μπορώ να τον καταλάβω... Έπειτα ξανακάθεται κι αρχίζει πάλι από την αρχή.

Σήμερα, όμως, σαν κάτι να άλλαξε! Πρώτα από όλα έχει σταματήσει να πατάει κουμπιά, μόνο κοιτάει αυτή την οθόνη. Επίσης, σηκώνεται συχνότερα για τσιγάρο αλλά πολλές φορές βγαίνει στο μπαλκόνι και ξεχνάει να το ανάψει. Ύστερα, ξαναμπαίνει γρήγορα μέσα στο δωμάτιο, κάθεται στην καρέκλα και αρχίζει να ξύνει τον σβέρκο του. Μετά σκαλίζει την μύτη μου επιθεωρώντας τα ευρήματα και σηκώνεται πάλι για νερό. Α, ναι και μιλάει μόνος του.

—Εντάξει, εντάξει, νομίζω πως είναι έτοιμο.. Ναι..

Πριν λίγο, λοιπόν, έπιασε το τηλέφωνό του και αφού το κράτησε για αρκετή ώρα στα χέρια του κοιτώντας απέναντι στο κενό, κάλεσε κάποιον.

—Έλα, καλημέρα! Εεεε, καλησπέρα δηλαδή! Πού είσαι; Ααα, οκ, οκ... Να σου πω, να σου στείλω κάτι να διαβάσεις; Ήθελα τη γνώμη σου ρε παιδί μου πριν το στείλω. Ναι, ναι, νομίζω πως είναι έτοιμο, δηλαδή είναι δεν είναι δεν αντέχω άλλο, λέω πως το τέλειωσα... Όποτε μπορείς, όποτε μπορείς αρκεί να είναι σήμερα! Α, χα, χα! Ναι, ρε, ναι! Έγινε, έγινε, έλα γεια!

Το έκλεισε και μετά γύρισε, με κοίταξε και μου μίλησε όπως παλιά.

— Λοιπόν... Το στέλνω και μετά έχω μια ιδέα. Τι θα 'λεγες να πάμε μια μεγάλη μεγάλη βόλτα όπως εκείνες τις παλιές. Ε; Τι λες;

Επιτέλους! Πετάχτηκα πάνω κουνώντας την ουρά μου και στριφογυρίζοντας γύρω από τον εαυτό μου.

— Κατουράω, παίρνω το λουρί και φύγαμε, μου είπε χαμογελαστός.

Τώρα που σας τα λέω αυτά είμαστε στο ψηλότερο σημείο του λόφου, αυτός κοιτάζει μακριά κι εγώ μυρίζω τα πάντα. Βιβλίο είπε πως έγραφε...


Απόστολος Γιώτας

Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου