Μαρίας Καρυτινού
Η ομίχλη σκέπαζε το μαγεμένο δάσος σαν ζωντανό πλάσμα. Τα δέντρα ψιθύριζαν αρχαίες λέξεις κι ο άνεμος έμοιαζε να μεταφέρει φωνές που δεν ανήκαν πια στους ζωντανούς. Η Έλιν με τη γούνα της βρεγμένη από την πρωινή δροσιά, προχωρούσε με προσοχή. Το μονοπάτι μπροστά της εξαφανιζόταν και ξαναφαινόταν, σαν να μην ήθελε να την αφήσει να φτάσει εκεί που ποθούσε. Η Έλιν τράβηξε τη χλαίνη της πιο σφιχτά πάνω στο αδύναμο κορμί της. Ο αέρας μύριζε παλιά μαγεία, σαν λιβάνι και στάχτη μαζί. Από μικρή είχε ακούσει τους γέροντες του χωριού να ψιθυρίζουν για ένα χαμένο βασίλειο κρυμμένο βαθιά στο δάσος, όπου οι φωνές των ανθρώπων είχαν παγιδευτεί μέσα στην πέτρα. Όμως δεν ήταν ο θρύλος που την είχε φέρει εδώ. Ήταν η προφητεία που στοίχειωνε πια τα όνειρά της. Καθημερινά την σιγοψιθύριζε για να μην την οδηγήσει στη λησμονιά. Περπατούσε συλλογισμένη μαζί με τον παιδικό της φίλο και μουρμούριζε…
Όταν το φως θα χαθεί μέσα στην ομίχλη,και οι ψυχές θα σωπάσουν απ' το ίδιο τους το τραγούδι,μια φωνή καθαρή σαν στάλα νερούθα ξυπνήσει τους λησμονημένους.Μα η φωνή εκείνη θα σωπάσει για πάντα.
Η Έλιν κουβαλούσε αυτά τα λόγια μέσα της από παιδί. Τα είχε ακούσει από τη μητέρα της λίγο πριν χαθεί κι εκείνη στο δάσος. Τώρα, τόσα χρόνια μετά, είχε αποφασίσει να ανακαλύψει τι κρυβόταν πίσω από εκείνους τους στίχους.
Οι δυο τους αναζητούσαν κάτι περισσότερο από θησαυρό. Οι θρύλοι μιλούσαν για ένα βασίλειο που χάθηκε πριν από χίλια χρόνια, όταν ο βασιλιάς του, ο Σεράφειος, προκάλεσε τη Μάγισσα των δασών. Εκείνη, έλεγε ο θρύλος, σκέπασε το παλάτι του με ομίχλη και σιωπή, παγιδεύοντας ψυχές και μνήμες στο εσωτερικό του.
Από τότε, κανείς δεν γύρισε πίσω.
Δίπλα της περπατούσε ο Κάιν, πολεμιστής της φρουράς του Βορρά, φίλος από παλιά. Η παρουσία του ήταν για εκείνη καταφύγιο και βάρος μαζί, γιατί ένιωθε πως ό,τι κι αν έβρισκε εμπρός της μπορεί να τον οδηγούσε στον θάνατο.
Η ομίχλη έγινε πιο πυκνή και τα δέντρα έμοιαζαν να τους κοιτούν με μάτια αόρατα.
«Σταμάτα!» ψιθύρισε ο Κάιν. «Κάποιος ψάλλει…»
Τότε η Έλιν άκουσε μια μελωδία, τόσο γλυκιά και πένθιμη, που έκανε τα μάτια της να δακρύσουν χωρίς να το θέλει.
«Είναι φωνή γυναίκας!» είπε το κορίτσι.
«Ή πνεύματος…» απάντησε εκείνος και το χέρι του έπιασε σφιχτά τη λαβή του σπαθιού του.
Η Έλιν προχώρησε, σύροντας μαζί της και τον Κάιν, ώσπου έφτασαν σε μια λίμνη που καθρέφτιζε τ' αστέρια, παρόλο που ο ουρανός ήταν σκεπασμένος. Στο κέντρο στεκόταν μια γυναίκα με μαλλιά από φως και μάτια σαν φεγγάρι.
«Ποιοι περπατούν στα μονοπάτια της λήθης;» ρώτησε η ασπρομαλλούσα σπάζοντας τη σιωπή που σκορπίστηκε στα φυλλώματα των δέντρων. Η Έλιν γονάτισε ελαφρά, με σεβασμό.
«Είμαι η Έλιν, κόρη της Μάιρα. Αναζητώ το βασίλειο των χαμένων φωνών. Επιθυμώ να ξυπνήσω ό,τι κοιμάται».
Η γυναίκα, κοιτάζοντάς την με βλέμμα σοφό και θλιμμένο, έγειρε εμπρός και αγγίζοντας το χέρι της κόρης μίλησε με φωνή βαθιά μαγική.
«Η φωνή σου… φέρει παλιό αίμα. Το αίμα εκείνης που τραγούδησε πρώτη στην Προφητεία. Μα ξέρεις τι ζητά η φλόγα;»
Η Έλιν δίστασε.
«Ξέρω».
Ο Κάιν γύρισε προς αυτήν. «Τι ξέρεις; Τι δεν μου είπες;»
«Ότι για να ξυπνήσεις τη ζωή, πρέπει να δώσεις τη φωνή σου…» του είπε σιγανά κι ο κόσμος γύρω τους έμοιασε να παγώνει.
Η γυναίκα άπλωσε το χέρι της πάνω στα νερά και τότε άνοιξε ένας αιωρούμενος, φωτεινός διάδρομος.
«Πήγαινε, κόρη της Μάιρα. Όμως να θυμάσαι πως εκεί που υπάρχει σιωπή, το θάρρος μιλά με την καρδιά…» πρόσθεσε, κοιτάζοντας το κορίτσι μες στα μάτια.
Η Έλιν βάδισε διστακτικά, καθώς η καρδιά της χτυπούσε ακανόνιστα μες στο στήθος της. Ξαφνικά, οι πύλες του χαμένου βασιλείου ορθώθηκαν εμπρός της, πνιγμένες σε κισσούς και σκιές. Απ' τις ρωγμές έβγαιναν ψίθυροι, θρήνοι και προσευχές. Η κόρη ένιωσε ένα παράξενο μούδιασμα στα πόδια της. Ήταν σαν να περπατούσε μέσα στη λησμονιά ενός ονείρου που 'χε χαθεί στο πέρασμα των χρόνων και αναζητούσε να βγει ξανά στο φως. Δροσοσταλίδες σκέπασαν τη χλαίνη της, ενώ οι στιγμές πάγωσαν εμπρός σε διαδρόμους καλυμμένους από αγάλματα, ανθρώπους που 'χαν πετρώσει στη μέση μιας λέξης, μιας ανάσας.
Ο Κάιν παρακολουθούσε από μακριά, κρατώντας τη λαβή του σπαθιού του, αν και το ένιωσε αφύσικα βαρύ μέσα στη χούφτα του.
«Αυτό δεν είναι θάνατος. Είναι αιχμαλωσία», μουρμούρισε αδύναμα, κοιτώντας ολόγυρά του.
Η Έλιν άγγιξε ένα από τα αγάλματα. Χάιδεψε το μάγουλο μιας γυναίκας που κρατούσε ένα παιδί στην αγκαλιά της. Το δάκρυ της ήταν παγωμένο αν και έμοιαζε να κυλά στις παρειές της.
«Ακούω τις φωνές τους μέσα μου..» τραγούδησε απλά, για να μην ξυπνήσει το κοιμισμένο βασίλειο.
«Τους αισθάνομαι… Πονούν χαμένοι στη λήθη….» είπε στρέφοντας το βλέμμα της στον παιδικό της φίλο.
Ξάφνου, ένας νεαρός άντρας ξεπρόβαλε από τη σκιά. Τα μάτια του έλαμπαν ωσάν άσπρη φλόγα.
«Ποιοι είστε;» ρώτησε χωρίς να προσμένει απάντηση.
«Εσύ, ποιος είσαι!» φώναξε ο Κάιν.
Ο νεαρός άντρας αναλογίστηκε στιγμιαία την ερώτηση του Κάιν και απάντησε γέρνοντας το κεφάλι του.
«Ίσως μπορείτε να τελειώσετε αυτό που δεν κατάφερα εγώ. Η φλόγα των φωνών αναπαύεται στην αίθουσα του θρόνου, μα ζητά ως αντάλλαγμα τη φωνή εκείνου που την καλεί, εκείνου που η ψυχή του ακτινοβολεί αγάπη και φως και άνεμο και βροχή…», συμπλήρωσε και τα άχρονα μάτια του έπεσαν στο πρόσωπο της Έλιν που τον κοιτούσε απορημένα αλλά αποφασιστικά.
Η Έλιν άγγιξε με το βλέμμα της τα αγάλματα ολόγυρά της.
«Αν αυτό χρειάζεται, θα το δώσω», πρόσθεσε με σθένος.
«Όχι. Δεν μπορείς να σωπάσεις εσύ, για να μιλήσουν άλλοι…», είπε ο Κάιν και την άρπαξε απ' το μπράτσο.
«Κάποιος πρέπει να το κάνει!» του απάντησε το κορίτσι και στα μάτια της καθρεφτίστηκε το φως της φλόγας πριν καν την δει.
Ο νεαρός άντρας της άπλωσε το χέρι και την άφησε να βαδίσει θαρρετά προς τη μάγισσα που τώρα καθόταν πάνω σ' έναν θρόνο από μαύρο γρανίτη, πλεγμένο με σπασμένα στέμματα και όνειρα χαμένων ψυχών και δάκρυα λιωμένα από καμίνι φωτιάς και άστρα πεσμένα από τον ουρανό. Η ασπρομαλλούσα γυναίκα ήταν όμορφη, σχεδόν ανθρώπινη, με πρόσωπο σημαδεμένο από τη θλίψη.
«Τόσοι ήρθαν πριν από σένα, Έλιν, μα κανείς δεν άντεξε να τραγουδήσει ως το τέλος».
Η Έλιν ένιωσε τα πόδια της να τρέμουν, μα δεν άφησε το συναίσθημα να κάμψει την απόφασή της.
«Δεν θα σταματήσω!» είπε… Και για πρώτη φορά η φωνή της ακούστηκε σαν τραγούδι.
Η μάγισσα άπλωσε τα χέρια της και η φλόγα των φωνών θέρισε τον θρόνο της, καθώς μια σφαίρα λευκού φωτός έλαμψε σαν ήλιος, σκορπώντας τη θλίψη και την παγωνιά της σιωπής.
Η Έλιν προχώρησε θαρρετά στον κύκλο της φωτιάς που την περιέβαλε κι άρχισε να τραγουδά. Η φωνή της απλώθηκε σαν κύμα. Το φως άρχισε να απλώνεται στους διαδρόμους. Τα αγάλματα ράγιζαν και πίσω από κάθε ράγισμα ξεπετάγονταν κραυγές χαράς και δακρύων. Όσο περισσότερο τραγουδούσε, τόσο πιο αδύναμη ένιωθε. Η καρδιά της έκαιγε, τα χείλη της έτρεμαν, αλλά δεν σταμάτησε. Ο Κάιν φώναζε τ' όνομά της, μα εκείνη δεν τον άκουγε. Όταν η τελευταία της νότα χάθηκε, όλο το βασίλειο έλαμπε ξανά.
Η μάγισσα δάκρυσε, λέγοντας: «Έκανες αυτό που κανείς δεν τόλμησε. Μα τώρα η φωνή σου ανήκει στο χάος κι αυτό δεν χαρίζει πίσω την αγάπη της ψυχής για τους ανθρώπους».
Η Έλιν προσπάθησε να μιλήσει, μα η σιωπή είχε πια απλωθεί πάνω στα χείλη της. Το 'ξερε πως αυτός ήταν ο προορισμός της. Είχε θυσιάσει τη φωνή της, αλλά ένα χαμόγελο άνθισε στα χείλη της βλέποντας το βασίλειο να ξαναγεννιέται και τους ανθρώπους να κυκλοφορούν γελώντας και τραγουδώντας. Ο βασιλιάς Σεράφειος πλησίασε την κόρη και υποκλίθηκε μπροστά της, μαγεμένος από το θάρρος και την ομορφιά της ψυχής της. Την κοίταξε και της είπε με φωνή βαθιά.
«Δεν έχω τίποτα που να συγκριθεί με τη θυσία σου. Μπορώ μονάχα να σου προσφέρω τον θρόνο της βασιλείας μου, κι αν δεν μιλάς, θα γίνω εγώ η φωνή σου».
Η Έλιν έγνεψε κι ένα δάκρυ κύλησε σιωπηλό. Του χαμογέλασε και ακούμπησε το χέρι της στο στήθος του, εκεί που χτυπούσε η καρδιά του. Ο άνεμος σήκωσε έναν ψίθυρο, απαλό σαν αναπνοή. Τα ζώα του δάσους έτρεχαν ολόγυρα από το μελλοντικό βασιλικό ζευγάρι, πρόθυμα να ετοιμάσουν τον γάμο τους. Τα φύλλα των δέντρων έπεσαν, σχηματίζοντας ένα πλούσιο πράσινο χαλί, για να πατήσει η Έλιν που έλυσε την κατάρα και έφερε τη χαρά στην καρδιά τους, προσφέροντας τη φωνή της. Η μάγισσα συγκινημένη ύψωσε το ραβδί της και τότε οι δροσοσταλίδες των γύρω λιμνών μετέφεραν τη δική τους φωνή στο χαμένο βασίλειο.
«Σε κάθε σιωπή, υπάρχει τραγούδι. Και σε κάθε τραγούδι, μια αθάνατη θυσία ψυχής».
Η Έλιν άκουσε την ηχώ των λιμνών και έδωσε το χέρι της στον Σεράφειο. Εκείνη τη στιγμή μια άλλη προφητεία είχε γεννηθεί, μιλώντας για τον θρύλο της Έλιν και του Σεράφειου…
Copyright © Μαρία Καρυτινού All rights reserved, Ιανουάριος 2026
Πρώτη δημοσίευση
Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου
Στη συνοδευτική εικόνα βλέπετε πίνακα του Κωνσταντίνου Σακελλαρίου



