Μια συζήτηση με τον Βασίλη Σαλταγιάννη για τη μουσική που δεν καταναλώνεται, αλλά μένει!
Ο Βασίλης Σαλταγιάννης δεν ανήκει στην κατηγορία των τραγουδοποιών που βιάζονται να ακουστούν. Ανήκει σε εκείνους που επιμένουν να ακούγονται αληθινοί.
Με διαδρομή δεκαετιών, τραγούδια που ισορροπούν ανάμεσα στο έντεχνο, το λαϊκό και τη σύγχρονη αστική ευαισθησία και μια γραφή που δεν φοβάται ούτε το συναίσθημα ούτε τη σιωπή, ο Σαλταγιάννης χτίζει το έργο του αργά και ουσιαστικά.
Η μουσική του δεν διεκδικεί τον θόρυβο της εποχής. Διεκδικεί χρόνο, ακρόαση και συμμετοχή. Κι αυτό, σήμερα, είναι ίσως η πιο γενναία στάση.
Βασίλη, ποια είναι συνήθως η πρώτη σπίθα που σε οδηγεί να γράψεις ένα τραγούδι: ένα συναίσθημα, μια ιστορία ή μια σιωπή;
Βασίλης Σαλταγιάννης: Παίζει ρόλο σε μένα η αίσθηση και η εικόνα του στίχου, αυτό που ονομάζουμε κοινώς «κλικ». Εάν γράψω ο ίδιος, συνήθως η πρώτη σπίθα είναι το συναίσθημα. Κάποιες φορές νιώθω ότι κάποιο συλλογικό βίωμα χτυπά την πόρτα με αυτόν τον τρόπο.
Όταν γράφεις, σκέφτεσαι πρώτα τον εαυτό σου ή τον ακροατή;
Β.Σ.: Σκέφτομαι το ίδιο το έργο που είναι μια ανάγκη και σίγουρα πόσο καλύτερα θα φτάσει στον ακροατή. Ό,τι έχω έως τώρα γράψει ήταν επειδή ο στίχος με άγγιξε ή κατάφερα να εκφραστώ και με την πένα εκτός από το πεντάγραμμο. Οι ζωντανές εμφανίσεις λειτουργούν και σαν καθρέφτης για το έργο, καταλαβαίνει κανείς ποια τραγούδια έχουν μεγαλύτερο γκελ στον κόσμο. Τυχαίνει αυτά να παίζονται τακτικά σε παραστάσεις καλύπτοντας την ανάγκη μου μέσα από αυτά να εκφραστώ και να επικοινωνήσω με το ακροατήριο. Αυτό ζυμώνει πολλά με τον καιρό, επιλέγοντας όμως να μοιραστώ και πιο δύσκολα τραγούδια μου. Έτσι δίνω περισσότερο στίγμα.
Πόσο προσωπικά είναι τελικά τα τραγούδια σου και πού τραβάς τη γραμμή;
Β.Σ.: Σε ένα έργο πάντα βρίσκεται και ο γράφων, ανεξαρτήτως θέματος. Ο δημιουργός κάτι λαμβάνει και το αναμεταδίδει, μέσα από τον εαυτό του. Όλοι δανείζονται, επηρεάζονται αλλά στο έργο φαίνεται και η μοναδικότητα. Κάπου εκεί υπάρχει και η προσωπικότητα, όταν αυτός εκφράζει αυτό που έχει μέσα του. Επειδή το τραγούδι ξεκινά από τον στίχο κατά την άποψή μου, θεωρώ πως εκεί είναι και η γραμμή που θέλοντας και μη υπάρχει, είτε την τραβήξεις είτε όχι, υπό την έννοια της εσωστρέφειας του καλλιτέχνη, της εξωστρέφειας και του ταλέντου. Για παράδειγμα, μεγάλοι συνθέτες γράψαν έργα πάνω σε στίχους που πιθανώς δεν αφορούσαν τους ίδιους, τουλάχιστον άμεσα τότε, όμως γίναν ένα με το ακροατήριο και αφήσαν ανεξίτηλα τραγούδια. Αυτό είναι χάρισμα, δουλειά πολλή από πίσω θεωρώ, αλλά και ένωση με τον κόσμο. Για άλλους συνθέτες, βιώματα και κοσμοθεωρία συναντήθηκαν με ένα ρεύμα την κατάλληλη εποχή, είτε εσωτερικό είτε ακόμα και κοινωνικό ή πολιτικό. Υπό αυτή την έννοια, τα δικά μου τραγούδια νιώθω ότι είναι προσωπικά αλλά μέσα στο σύνολο, μικρό ή μεγάλο. Όταν αφήνεις κάτι –χωρίς εκπτώσεις– που το τραγουδάνε μαζί σου είναι κέρδος για όλους, αυτό επιδρά και στη γραφή.
Υπάρχει τραγούδι σου που σε «ξεπέρασε», που σήμερα σου μιλά αλλιώς;
Β.Σ.: Ναι, υπάρχει· πάνω από ένα και αυτό μου δίνει χαρά.
Νιώθεις ότι η ωριμότητα αλλάζει τη γραφή ή απλώς την απογυμνώνει;
Β.Σ.: Η ωριμότητα σε οδηγεί συνήθως πιο κοντά στην αφαίρεση. Παράλληλα ωριμάζει και η αυτοκριτική. Σίγουρα αξιολογείς και το έργο μεγάλων δημιουργών διαφορετικά και ως ακροατής, σε αγγίζουν ίσως άλλα έργα περισσότερο. Αυτό δίνει άλλη ώθηση και στη γραφή σου. Γνωρίζεις και πώς κινείται η διαδικασία διάχυσης της τέχνης και αλλάζει η στάση σου ακόμα και απέναντι σε αυτό, υπό την έννοια της υπομονής.
Πόσο σε απασχολεί το να είναι ένα τραγούδι «επίκαιρο»;
Β.Σ.: Όχι πολύ, αλλά σίγουρα όταν ταιριάξει ή εκφράσει την τρέχουσα εποχή ή κατάσταση λειτουργεί με ιδιαίτερο τρόπο. Αν έχει κάποια ουσία θα είναι επίκαιρο, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο.
Ζούμε σε μια εποχή ταχύτητας. Εσύ επιμένεις στον αργό χρόνο. Είναι στάση ζωής ή ανάγκη;
Β.Σ.: Και τα δύο.
Το έντεχνο τραγούδι είναι είδος, ταμπέλα ή τρόπος σκέψης;
Β.Σ.: Θεωρώ, ότι έν-τεχνο είναι ένα τραγούδι που γίνεται με μεράκι, γνώση και έμπνευση. Επομένως σίγουρα θα προέρχεται από μια ανάγκη για έκφραση, οπότε τελικά, αυτό που θέλει να αφήσει μιλώντας για το σύγχρονο ελληνικό, είναι μια εξέλιξη του παραδοσιακού, του ρεμπέτικου, του λαϊκού και ελαφρού τραγουδιού, που άφησαν διαχρονικό υλικό. Ο στίχος παίζει για μένα ρόλο, όπως και η μουσική προσέγγιση αν έχει χαρακτήρα. Αν δεν έχει τα παραπάνω η σχέση του με την τέχνη είναι διαφορετική.
Πιστεύεις ότι σήμερα υπάρχει χώρος για τραγούδια που δεν χωράνε σε αλγόριθμους;
Β.Σ.: Πιστεύω στα τραγούδια που έχουν ουσία και βγήκαν από ανάγκη. Η αναζήτηση έργων και καλλιτεχνών, που δεν βρίσκονται στην πρώτη γραμμή προβολής, είναι και ευθύνη του ακροατή, όπως πολλά άλλα στις ζωές μας.
Πότε νιώθεις ότι ένα τραγούδι σου έχει ολοκληρωθεί πραγματικά;
Β.Σ.: Όταν το ξανακούσω μετά από λίγο καιρό και με καλύψει.
Τι ρόλο παίζει η ενορχήστρωση στη συναισθηματική αφήγηση ενός τραγουδιού;
Β.Σ.: Τεχνικά παίζει τον ρόλο της. Και λειτουργεί υπόγεια ή παράλληλα στον ακροατή οδηγώντας τον σε ένα πιο συναισθηματικά λειτουργικό περιβάλλον. Από την άλλη πλευρά, παραδοσιακά ή ρεμπέτικα τραγούδια έως το '50, είχαν πολύ λιτή έως καθόλου ενορχήστρωση, με τα τότε μέσα ηχογράφησης. Η δύναμή τους, όμως, μένει αναλλοίωτη.
Πώς διαχειρίζεσαι τη στιγμή που παραδίδεις ένα τραγούδι σε άλλη φωνή;
Β.Σ.: Νιώθω πολύ όμορφα. Όταν ειδικά το ακούω από κάποιο ραδιόφωνο ή σε κάποια εμφάνιση. Είναι αυστηρές οι επιλογές μου πάντως και τιμή μου που κάποιοι ερμηνευτές συνεργάζονται μαζί μου.
Τι σε κερδίζει περισσότερο σε έναν ερμηνευτή: η τεχνική ή η αλήθεια;
Β.Σ.: Και τα δύο χρειάζονται, αν μιλάμε μόνο για ερμηνευτές· η αλήθεια βέβαια είναι αυτό που μένει, οπότε με τραβάει περισσότερο. Υπάρχουν περιπτώσεις, συνήθως ερμηνευτών-δημιουργών, όπου η τεχνική υστερεί, όμως οι ερμηνεία είναι ανεπανάληπτη.
Υπήρξε συνεργασία που σε άλλαξε καλλιτεχνικά;
Β.Σ.: Η συνεργασία μου με τον Μιχάλη Μπουρμπούλη στο δίσκο «Στην εποχή της αλεπούς», μου έδωσε πολλά στοιχεία τα οποία ακόμα επεξεργάζομαι ως δημιουργός και προσπαθώ να τα αξιοποιήσω. Αλλά και ως άνθρωπος, καθώς η επαφή μας ήταν ουσιαστική και όχι μόνο σε καλλιτεχνικό πλαίσιο. Άνηκε στην κατηγορία των δημιουργών με μεγάλο και πολύ σημαντικό έργο χωρίς τη συνοδεία της έπαρσης. Το αντίθετο, ήταν δοτικός και δεκτικός. Αυτά είναι μαθήματα για μένα, εκτός των υπολοίπων.
Πόσο διαφορετικός είσαι πάνω στη σκηνή σε σχέση με το στούντιο;
Β.Σ.: Στη σκηνή θέλω να γίνουμε ένα με το ακροατήριο, αυτός είναι ο στόχος, αποδίδοντας με τον καλύτερο τρόπο τα τραγούδια και τα συναισθήματα. Γι' αυτό πιστεύω πολύ και στις πρόβες, όταν κλείνω παράσταση η πρώτη κουβέντα είναι: Πότε μπορείτε! Στο στούντιο αφήνομαι διαφορετικά, κάνοντας τις ενορχηστρώσεις τρώω κάποιο χρόνο –λιγότερο από παλιά– πειραματιζόμενος. Όμως, μια ηχογράφηση τελικά ψάχνει να βρει το ζουμί, τα υπόλοιπα είναι λίγο σχετικά.
Τι σημαίνει για σένα μια «καλή» ζωντανή εμφάνιση;
Β.Σ.: Σημαίνει να καταφέρεις στη σκηνή να κάνεις αυτό που έχεις ανάγκη και να καλύψεις την ίδια ή παρόμοια ανάγκη του κοινού. Στο τέλος νιώθεις αν το «ευχαριστούμε» είναι αληθινό.
Υπάρχει στιγμή σε live που νιώθεις ότι ο χρόνος σταματά;
Β.Σ.: Όταν υπάρχει συνέργεια.
Τι κρατάς ακόμα από τον Βασίλη που ξεκινούσε πριν από χρόνια;
Β.Σ.: Την ανάγκη για έκφραση μέσα από την τέχνη και την επαφή με το ακροατήριο, την ένωση.
Αν έπρεπε να περιγράψεις τη μουσική σου με μία λέξη, ποια θα ήταν;
Β.Σ.: Επαφή.
Τελικά, η ελπίδα –που διαπερνά πολλά τραγούδια σου– είναι επιλογή ή ανάγκη;
Β.Σ.: Και τα δύο. Αυτά είναι καθημερινή μάχη με τις δυσκολίες και τις απογοητεύσεις προφανώς, αλλά και έμπνευση από ανθρώπους με σθένος και στάση ζωής.
Κλείνοντας, θέλω να σε ευχαριστήσω για αυτή τη συζήτηση και να σε ρωτήσω: τι θα ήθελες να κρατήσει ο ακροατής φεύγοντας από τα τραγούδια σου;
Β.Σ.: Ότι τον άγγιξαν. Σε ευχαριστώ κι εγώ Γιώργο!
Σε μια εποχή υπερπληροφόρησης και διαρκούς θορύβου, ο Βασίλης Σαλταγιάννης, ακολουθεί έναν άλλο δρόμο. Δεν βιάζεται. Δεν υψώνει τη φωνή του. Επιλέγει να γράφει τραγούδια που ζητούν χρόνο και προσοχή. Η μουσική του δεν λειτουργεί ως προϊόν της στιγμής. Λειτουργεί ως στάση. Με λόγο άμεσο, χωρίς περιττές εντυπώσεις, και με μελωδίες που κουβαλούν εμπειρία και μνήμη. Τραγούδια που δεν εξαντλούνται στο πρώτο άκουσμα. Ο Σαλταγιάννης δεν προσπαθεί να χωρέσει σε κατηγορίες. Κινείται ανάμεσα στο έντεχνο και το λαϊκό, χωρίς να υπηρετεί ταμπέλες. Υπηρετεί την αλήθεια του τραγουδιού. Και αυτή η συνέπεια είναι εμφανής σε κάθε του βήμα. Σε έναν κόσμο όπου όλα μοιάζουν αναλώσιμα, η επιλογή του να επιμένει στη διάρκεια αποκτά ιδιαίτερο βάρος. Τα τραγούδια του δεν ζητούν να τα καταναλώσεις. Ζητούν να σταθείς απέναντί τους. Ίσως, εκεί βρίσκεται και το αποτύπωμά του. Στο ότι μας θυμίζει πως το τραγούδι μπορεί ακόμα να είναι χώρος συνάντησης, σκέψης και συναισθήματος. Όχι θόρυβος. Ουσία. Και αυτό, σήμερα, δεν είναι καθόλου αυτονόητο, γιατί σε καιρούς που το τραγούδι συχνά χάνεται πριν ακουστεί, η επιλογή της ουσίας παραμένει πράξη αντίστασης.
Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου
Στη συνοδευτική εικόνα βλέπετε φωτογραφία του Βασίλη Σαλτανιάννη διά χειρός Παύλου Κουτσογιάννη.
Γεννημένος στην Αθήνα το Φλεβάρη του 1972, με ρίζες από Μεσσηνία και Καρδίτσα, ο Βασίλης Σαλταγιάννης, μεγαλώνει στα Άνω Πατήσια. Στην ηλικία των 7 ετών ξεκινά στο ωδείο κλασική κιθάρα. Στην εφηβεία του στρέφεται στην ηλεκτρική κιθάρα και αφήνει το ρεύμα του hard rock της εποχής να τον οδηγήσει στους δρόμους της blues, funk, reggae και της παλαιότερης rock. Συμμετέχει ως κιθαρίστας στο σχήμα ICARUS, με hard rock συνθέσεις σε ξένο στίχο. Τη δεκαετία του '90 στρέφεται περισσότερο στην έντεχνη και rock ελληνική σκηνή της εποχής, γοητευμένος από τον Νίκο Παπάζογλου, τον Νίκο Ξυδάκη, τον Νικόλα Άσιμο, τους Χάρη και Πάνο Κατσιμίχα, έχοντας από πριν αγάπη για τον Μάνο Λοΐζο, τον Μάνο Χατζιδάκι, τον Δήμο Μούτση, τον Μίκη Θεοδωράκη κ.λπ. Έτσι, το 1992, δημιουργεί τους ΕΡΗΜΗΝ, κάνοντας τις πρώτες του συνθέσεις. Παράλληλα, σπουδάζει στο Πανεπιστήμιο Αθηνών στο τμήμα Γεωλογίας. Τις χρονιές 1994-1996 συμμετέχει ως κιθαρίστας στο blues rock σχήμα των VAVEL 69, και ως κιθαρίστας στα demo και στα live άλλων μουσικών σχημάτων (ΠΑΛΙΡΡΟΙΑ, ΑΡΗΣ ΤΟΜΑΣ). Το 1996 ξεκινάει την επαγγελματική του ενασχόληση ως κιθαρίστας και τραγουδιστής σε λαϊκά, έντεχνα και ρεμπέτικα μουσικά σχήματα, αρχικά σε μικρά και αργότερα σε μεγαλύτερα στέκια της εποχής, όπως η ιστορική ΜΠΟΕΜΙΣΣΑ στα Εξάρχεια, όπου ενδυναμώνεται περαιτέρω η σχέση του με την ελληνική μουσική και την παράδοση. Το 2005 δημιουργεί τους ΚΑΘΩΣ ΠΡΕΠΕΙ, έχοντας συγκεντρώσει πλέον δικό του υλικό συνθέσεων και στίχων αλλά και άλλων, σαφώς επηρεασμένος από την έντεχνη σκηνή των 90's, και πραγματοποιεί εμφανίσεις σε μικρές μουσικές σκηνές της Αθήνας. Το 2008 δημιουργεί τους LATHOS PATHOS και το 2009 κυκλοφορεί τον πρώτο του δίσκο με τον ομώνυμο τίτλο, σε μουσική και ενορχήστρωση δική του. Στη συνέχεια κυκλοφορεί τους δίσκους Κρυμμένα θαύματα το 2015, Στην εποχή της αλεπούς σε στίχους Μιχάλη Μπουρμπούλη το 2018 και αρκετά singles, σε δική του πάντα μουσική και ενορχηστρώσεις. Ο τέταρτός του προσωπικός δίσκος Περί έρωτος κυκλοφορεί το 2022. Με οδηγό την προσωπική του δισκογραφία, έχει πραγματοποιήσει εμφανίσεις, μουσικά αφιερώματα και έχει συμμετάσχει σε συναυλίες, φεστιβάλ, παραστάσεις μουσικοθεατρικές και παραστάσεις μελοποιημένης ποίησης, παρουσιάζοντας μεταξύ άλλων και δικά του τραγούδια, σε πολλούς χώρους. Έχει συνεργαστεί με στιχουργούς, ερμηνευτές και μουσικούς όπως ο Μιχάλης Μπουρμπούλης, η Χαρά Ρίζου, η Πηγή Καφετζοπούλου, η Ντίνα Μπατζιά, ο Κυριάκος Γκουβέντας, ο Κώστας Μάντζιος, η Σοφία Παπάζογλου, ο Δώρος Δημοσθένους, η Αφεντούλα Ραζέλη, η Καίτη Κουλλιά, ο Γιάννης Λεκόπουλος, η Ελένη Νόνη, η Αρετή Κοκκίνου, η Θέλμα Καραγιάννη κ.α. Κάνει ραδιόφωνο στο Radioparis.gr με την εκπομπή Τσαγκαροδευτέρα. Εργάζεται στο Ινστιτούτο Ωκεανογραφίας του ΕΛ.ΚΕ.Θ.Ε ως γεωλόγος, στα Συστήματα Γεωγραφικών Πληροφοριών και είναι υποψήφιος διδάκτωρ το Τμήμα Γεωλογίας του Ε.Κ.Π.Α. Δισκογραφία: Περί έρωτος (εκδ. Καθρέφτης, 2002), Στην εποχή της αλεπούς (εκδ. Καθρέφτης, στίχοι Μιχάλη Μπουρμπούλη, 2017), Κρυμμένα θαύματα (εκδ. Μελωδικό καράβι, 2015), Lathos Pathos (2009), Με ρωτάς (ερμηνεία Γιάννη Λεκόπουλου στίχοι Ντίνας Μπατζιά, εκδ. Όγδοο, 2025), Έχω μια αγάπη (στίχοι Αιμιλίας Πανταζή, single, εκδ. Καθρέφτης, 2024), Κάτω στο Πασαλιμάνι (επανεκτέλεση, single, εκδ. Καθρέφτης, 2021), Ένα γέλιο θα μας σώσει (στίχοι Ντίνας Μπατζιά, single, εκδ. Μετρονόμος, 2020), Είμαι εσύ (στίχοι Χαράς Ρίζου, single, εκδ. Μικρός Ήρως, 2020), Η χαμηλοβλεπούσα (στίχοι Γιώργου Μπιλικά, single, εκδ. Καθρέφτης, 2019), Σερσέ λα φαμ (επανεκτέλεση, 2019, single, εκδ. Καθρέφτης). Συμμετείχε στους δίσκους ως συνθέτης, κιθαρίστας και ερμηνευτής: Νέοι στιχουργοί στο φως (Μικρό Πολυτεχνείο, Μικρός ήρως, στίχοι Χαράς Ρίζου), Περιπέτεια (Δημήτρης Αρναούτης) , Κύκλος στο νερό (Χαρά Ρίζου), Τα διαφορετικά (Στέλιος Χαλβατζής) Δύο κύκλοι τραγουδιών (Κώστας Άγας), Μόνο εσύ (Στέλλα Πετρίδου).
Τον Βασίλη και την μπάντα του μπορούμε να τους απολαύσουμε στη μουσική σκηνή Αισθέτες το Σάββατο 4 Απριλίου 2026 μαζί με τους Γιάννη Λεκόπουλο, Αρετή Κοκκίνου και Θέλμα Καραγιάννη, στις 1002 νύχτες τον Μάιο του 2026 με Αφεντούλα Ραζέλη, Γιάννη Λεκόπουλο και Φώτη Θεοδωρίδη και στις 12 Ιουνίου 2026 στο Μακάρι.



