Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά συνάφεια για το ερώτημα Δεκούλου. Ταξινόμηση κατά ημερομηνία Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά συνάφεια για το ερώτημα Δεκούλου. Ταξινόμηση κατά ημερομηνία Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Έργα

Second part
 Έτη: Νοέμβριος 2017 και μετά

Μυθιστόρημα σε συνέχειες
📕 Η άλλη πλευρά του παραδείσου, Καίτη Λιανού-Ιωαννίδου

🌷

Σειρά αυτοτελών επεισοδίων
Δανάη, η ρεπόρτερ, Λένας Μαυρουδή-Μούλιου

🌷

Αστυνομικό σε συνέχειες
🔪 Η υπόθεση του ταλαντούχου ηθοποιού, Γιώργου Ζώτου

Για την ποιητική συλλογή «Στον αστερισμό του Ιβίσκου» της Σταυρούλας Δεκούλου

Στον αστερισμό του Ιβίσκου, Σταυρούλα Δεκούλου

Κατά καιρούς επισκέπτομαι ξανά και ξανά τις αγαπημένες ποιητικές συλλογές που φυλώ στη βιβλιοθήκη μου. Κι αυτό γιατί θεωρώ πως η ποίηση έχει την εξής «μαγική» ιδιότητα: όταν διαβάζεις έναν στίχο, μια στροφή, ένα ποίημα σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, ανακαλύπτεις πως σου επιφυλάσσει κάποιο νέο μήνυμα για να σου μεταφέρει, στο οποίο δεν είχες δώσει πρωτύτερα την βαρύνουσα σημασία που του πρέπει. Ένα τέτοιο παράδειγμα σιωπηλού διαλόγου και προσωπικών ανακαλύψεων, συμβαίνει κατά καιρούς και με την ποιητική συλλογή «Στον αστερισμό του Ιβίσκου» της αγαπητής δημιουργού Σταυρούλας Δεκούλου, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Βεργίνα.

Τρόφιμος 12519

Από το εξώφυλλο του θεατρικού των Σταυρούλας Δεκούλου και Άγγελου Μαρίνου, Τρόφιμος 12519, και φωτογραφίες των ίδιων

Τι σας ώθησε να γράψετε αυτό το βιβλίο;
Άγγελος Μαρίνος (Ράμπα Τάμπα): Το ψυχιατρικό πλαίσιο στην Ελλάδα, αλλά και σ' άλλες χώρες, που δεν εκσυγχρονίζεται.
Σταυρούλα Δεκούλου: Η ανάγκη να ακουστεί κάθε φωνή στους βοώντος εν τη ερήμω.

Αν θα έπρεπε να το περιγράψετε με μία μόνο λέξη, ποια θα ήταν αυτή;
Α.Μ.: Τρόφιμος.
Σ.Δ.: Αντίσταση.

Η Σταυρούλα Δεκούλου-Παπαδημητρίου Στον αστερισμό του Ιβίσκου


Τι σας ώθησε να γράψετε αυτό το βιβλίο;
Σ.Δ.Π.: Περισσότερο η πίεση των φίλων λογοτεχνών/ποιητών που μου έλεγαν ότι πρέπει η γραφή μου να βρει ένα σπιτικό, ώστε να μπορεί να παρουσιαστεί και να ταξιδέψει πιο εύκολα.

Αν θα έπρεπε να το περιγράψετε με μία μόνο λέξη, ποια θα ήταν αυτή;
Σ.Δ.Π.: Χαρμολύπη.

Τι θα συμβουλεύατε εκείνον που επρόκειτο να το διαβάσει;
Σ.Δ.Π.: Να αφήσει τους στίχους να τον αγκαλιάσουν. Ξαφνικά θα νιώσει ότι μιλούν για εκείνον.

Το βραβείο

Σταυρούλας Δεκούλου

Το βραβείο, Σταυρούλας Δεκούλου

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 11

Δεν είχαν περάσει περισσότερες από τρεις μέρες από το φιλολογικό εκείνο πάρτι, όταν η Μαρίνα, η φίλη της Ελένης την επισκέφτηκε στο σπίτι της. Της είχε τηλεφωνήσει πιο πριν και την είχε πληροφορήσει με άκρα μυστικότητα ότι είχε κάτι για εκείνη αφού πρώτα την όρκισε να μην την μαρτυρήσει. Έτσι κι αλλιώς η Ελένη ήταν ένα εχέμυθο πλάσμα, αλλά και η Μαρίνα ήταν η πιο καλή της φίλη. Πώς θα μπορούσε ποτέ να την εκθέσει! Λίγη ώρα αργότερα τα δυο κορίτσια ήταν κλεισμένα στο δωμάτιο της Ελένης και η Μαρίνα έλεγε στη φίλη της όλα όσα είχαν συμβεί.
— «Χτες το απόγευμα είχαμε κατέβει στο κέντρο βόλτα. Η αδερφή μου ήθελε να πάρει ένα καινούριο φόρεμα για τη μέρα των γενεθλίων της. Γυρίζαμε στα μαγαζιά πολλή ώρα και στο τέλος κάτσαμε σε ένα ζαχαροπλαστείο να πιούμε μια πορτοκαλάδα και να ξεκουραστούμε μέχρι να έρθει να μας πάρει ο σοφέρ με το αυτοκίνητο. Και τότε τον είδα…»

Το βραβείο

Σταυρούλας Δεκούλου

Το βραβείο, Σταυρούλας Δεκούλου

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10

Απρίλιος του 1966, Κηφισιά.
    Ο Στέφανος ξεκλείδωσε την πόρτα του πατρικού του σπιτιού και μπήκε μέσα. «Μάναααα, γύρισα» φώναξε και η μάνα του μόλις άκουσε τη φωνή του έτρεξε και φωνάζοντας το όνομά του έπεσε στην αγκαλιά του. «Στέφανε, γιόκα μου. Σε ευχαριστώ άγιε μου Νικόλα, που μου τον έφερες πίσω γερό» έλεγε κι έκλαιγε από χαρά η μάνα του Στέφανου και τον αγκάλιαζε και τον φίλαγε. Χρόνια τώρα, που είχαν χάσει τον πατέρα τους, αυτός ήταν ο άντρας της οικογένειας. Ένα αυτοκινητιστικό ατύχημα τους είχε στερήσει την πατρική φιγούρα από το σπίτι. Η αδερφή του, η Ελένη, ήταν τότε μόλις επτά ετών κι εκείνος ανέλαβε τον ρόλο του πατέρα, να τη φροντίζει και να την κανακεύει. Ίσα που είχε αρχίσει τα ταξίδια στη θάλασσα όταν έχασαν τον πατέρα τους. Έμεινε για λίγο καιρό στην ξηρά να τακτοποιήσει όποιες εκκρεμότητες υπήρχαν και να στηρίξει την αδερφή του και τη μάνα του, που είχε σωριαστεί στη γη από τη μια μέρα στην άλλη. Ευτυχώς δεν υπήρχε πρόβλημα διαβίωσης κι έτσι η οικογένεια είχε να διαχειριστεί μόνο το βαρύ πένθος και τον πόνο της για την ξαφνική απώλεια που είχε βυθίσει όλους τους στη θλίψη.

Το βραβείο

Σταυρούλας Δεκούλου

Το βραβείο, Σταυρούλας Δεκούλου

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 13

Την επομένη το πρωί, ο Στέφανος αφού πήρε πρωινό με τη γυναίκα του και φίλησε την κοιλιά της που, αν και δεν φαινόταν ακόμα, έκρυβε μέσα για εκείνον τον πιο σπάνιο θησαυρό του κόσμου, ντύθηκε και πήγε να βρει τον Ορέστη Θαλασσινό. Τον έψαξε στις καφετέριες και τα ζαχαροπλαστεία, στις φιλολογικές λέσχες, ακόμη και στο σπίτι του. Η αναζήτηση υπήρξε μάταιη. Είχε φύγει ταξίδι, του είπανε, για να εμπνευστεί και να γράψει τη νέα του ποιητική συλλογή. Όμως ακόμα κι όταν ρώτησε πού θα πήγαινε, πήρε την απάντηση ότι ο Θαλασσινός ήταν ένας bon viveur, με τη ζωή του μοιρασμένη στο αψέντι, την ποίηση και τον έρωτα. Ο Στέφανος κατάλαβε πως τα πράγματα δεν ήταν τόσο όμορφα όσο ήθελε η Ελένη να πιστεύει. Η μικρή του αδελφή είχε πιαστεί αιχμάλωτη μέσα σε έναν ιστό λέξεων και είχε παραδώσει την καρδιά της και την ψυχή της στα χέρια ενός ξεδιάντροπου ενήλικα.

Το βραβείο

Σταυρούλας Δεκούλου

Το βραβείο, Σταυρούλας Δεκούλου

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 14

Χειμώνας του 1966, Ψυχικό.
    Ένας πόνος διαπέρασε τη Μυρτώ η οποία σκούντηξε τον Στέφανο που κοιμόταν δίπλα της. «Στέφανε, ξύπνα. Γεννάω!» Το έλεγε με τόση φυσικότητα και ηρεμία και το πρόσωπό της ήταν ολοφώτιστο. Πετάχτηκε ο Στέφανος από το κρεβάτι και πήρε τηλέφωνο τον γιατρό που την παρακολουθούσε. Πριν περάσει μισή ώρα, ο γιατρός με τη μαία ήταν ήδη στο σπίτι. Λίγο πριν ολοκληρωθεί ο τοκετός της Μυρτώς, έβαλαν έναν ορό και στην Ελένη και πριν περάσει μια ώρα την έπιασαν κι εκείνη οι πόνοι. Ευτυχώς οι γέννες ήταν εύκολες και μέχρι το ξημέρωμα οι δύο γυναίκες είχαν φέρει στον κόσμο δυο πανέμορφα και υγιέστατα μωρά. Όλα είχαν πάει καλά και κανείς δεν είχε καταλάβει τίποτα πέρα από τη μαία και τον γιατρό που ήταν άνθρωποι εμπιστοσύνης και δεν θα έθεταν σε κίνδυνο την υπόληψη του μικρού κοριτσιού. Ο Στέφανος έπλεε σε πελάγη ευτυχίας. Η κόρη του έχαιρε άκρα υγείας, το ίδιο και η ανιψιά του. Αυτός όμως και η Μυρτώ, όπως είχαν δεσμευτεί, είχαν αποκτήσει δύο παιδιά κι έτσι είχαν σκοπό να τ' αντιμετωπίζουν.

Το βραβείο

Σταυρούλας Δεκούλου

Το βραβείο, Σταυρούλας Δεκούλου

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Όταν συνήλθε η Ελένη ήταν σχεδόν απόγευμα. Το τηλέφωνό της κουδούνιζε ασταμάτητα. Σηκώθηκε σιγά σιγά από το πάτωμα κι έτριψε το μέτωπό της. «Μα τι λήθαργος ήταν αυτός;» αναρωτήθηκε. «Πόσες ώρες είμαι στο πάτωμα;» Έπιασε το κινητό της και είδε πως είχε τέσσερις κλήσεις από τη μητέρα της και άλλες τρεις από την κόρη της. Πήρε πρώτα τη μικρή να δει μήπως χρειαζόταν κάτι. Στις ερωτήσεις της απάντησε πως είχε κουραστεί πολύ μαζεύοντας τη σοφίτα και την είχε πάρει ο ύπνος στον καναπέ με το κινητό στο αθόρυβο. Έκλεισε όπως όπως με την κόρη της προτού καταλάβει την αναστάτωσή της και ευθύς αμέσως σχημάτισε τον αριθμό της μητέρας της. Όχι, όχι, δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή να τη ρωτήσει για τα όσα είχε ανακαλύψει. Αυτά τα ζητήματα δεν συζητιούνται από το τηλέφωνο. Ούτε βέβαια ήταν και εντελώς σίγουρη πως το γράμμα αναφερόταν στη μητέρα της. Μπορεί εκείνη να το είχε φυλάξει τόσα χρόνια για λογαριασμό κάποιου άλλου, μπορεί η αναγραφόμενη ημερομηνία να σχετιζόταν εντελώς τυχαία με την ημερομηνία της γέννησής της. Μα κι αν πάλι ήταν αλήθεια, ο πατέρας της σίγουρα δεν γνώριζε τίποτα. Δεν θα μπορούσε τώρα στα πενήντα χρόνια του ευτυχισμένου γάμου τους να τους δημιουργήσει τέτοιο ρήγμα. Έπρεπε να το χειριστεί πολύ προσεχτικά όλο αυτό και με μεγάλη υπομονή.

Σε έντυσα Έρωτα

Σε έντυσα Έρωτα, Σταυρούλα Δεκούλου

Η Σταυρούλα Δεκούλου, που υπογράφει τη συλλογή, Σε έντυσα Έρωτα (κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Βεργίνα), δεν είναι άγνωστη σε τούτες τις σελίδες. Έχει μιλήσει από αυτό το βήμα για διάφορα λογοτεχνικά πονήματα, θέματα τέχνης και έχει δημοσιεύσει διηγήματα και παραμύθια της ενώ δεν είναι το πρώτο προσωπικό της βιβλίο που παρουσιάζεται· έχουμε ήδη αναφερθεί στο παλαιότερο, Στον αστερισμό του ιβίσκου, όπως και στο θεατρικό, Τρόφιμος 12519, που συνυπογράφει με τον Άγγελο Μαρίνο.

Το βραβείο

Το βραβείο, Σταυρούλας Δεκούλου

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6

«Ελένη..!» «Ελένηηη..!» άκουσε μια φωνή από μακριά να την καλεί. Μια φωνή που όλο και πλησίαζε. Έστρεψε το βλέμμα της να δει ποιος φώναζε το όνομά της. Αυτή η φωνή τής ήταν άγνωστη, αλλά είχε τόση αγωνία στη χροιά της. Προσπάθησε να δει, όμως κάτι δυσκόλευε την όρασή της. Ο χώρος είχε ξαφνικά γεμίσει από καπνό. Η ανάσα της την έκαιγε και την έπιασε ένας πνιγηρός βήχας. «Φωτιά!» σκέφτηκε τρομοκρατημένη και πετάχτηκε από το κρεβάτι. «Φωτιά!» ξαναείπε και ένας κρύος ιδρώτας την έλουσε. Έτρεξε προς την πόρτα, μα την βρήκε κλειδωμένη. Κλειδωμένη; Μα ποιος είχε κλειδώσει την πόρτα; Αφού ήταν μόνη της στο σπίτι. Ο καπνός όλο και πύκνωνε. Της ήταν τόσο δύσκολο να αναπνεύσει. «Φωτιάααα!» φώναξε, «Βοήθειαααα!» όμως καμιά απόκριση δεν φανέρωνε ότι κάποιος την είχε ακούσει. Έτρεξε στο κομοδίνο όπου είχε αφήσει το προηγούμενο βράδυ το κινητό της τηλέφωνο. Άφαντο! «Βοήθειαααα!» ξαναφώναξε απελπισμένη. Τίποτα. Μόνο ένας πυκνός καπνός. «Στο παράθυρο» σκέφτηκε. «Θα πηδήξω από το παράθυρο» είπε και κατευθύνθηκε προς τα εκεί.

Το βραβείο

Το βραβείο, Σταυρούλας Δεκούλου

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7

Το ξημέρωμα βρήκε την Ελένη να μισοκοιμάται στο γραφείο του πατέρα της. Ο ήχος από το ξυπνητήρι την έκανε να πεταχτεί απότομα και ένας μορφασμός πόνου σχηματίστηκε στο πρόσωπό της, αποτέλεσμα της στάσης που είχε το σώμα της στον καναπέ. Ήταν ήδη οκτώ και στις έντεκα πετούσε για Κρήτη. Σηκώθηκε βιαστικά και αφού έβαλε καφέ να ετοιμάζεται κατευθύνθηκε στον πάνω όροφο για ένα ντουζ που θα τη βοηθούσε να συνέλθει από την ταλαιπωρία της προηγουμένης νύχτας. Έπιασε τα μαλλιά της ψηλά και αφού τέλειωσε το μπάνιο της προσπάθησε να κρύψει τα σημάδια της έλλειψης ύπνου στο πρόσωπό της. Άπλωσε λίγη ενυδατική κρέμα και με ένα κονσίλερ βάλθηκε να φωτίσει την περιοχή κάτω από τα μάτια της. Μια ελαφριά πούδρα και λίγο μπρονζέ ρουζ φώτισαν την επιδερμίδα της ενώ το nude κραγιόν που επέλεξε έδωσε μια γλυκιά και φυσική απόχρωση στα χείλη της. Είχε ακούσει πως θα είχε ζέστη εκείνη την ημέρα, είχε και το ταξίδι… Το τελευταίο που χρειαζόταν ήταν να τρέχει το μακιγιάζ της πάνω στα ρούχα της.

Το βραβείο

Μια νουβέλα της Σταυρούλας Δεκούλου

Δημιουργικό: Ράμπα Τάμπα

Η Ελένη έβαλε βιαστικά στην άκρη την κούτα με τα πράγματα που της ήταν πλέον περιττά και είχε αποφασίσει να δωρίσει. Αυτή η εκκαθάριση έμοιαζε να μην έχει τέλος. Έφταιγε σε κάποιο βαθμό κι εκείνη. Έπρεπε να είχε κάνει αυτό το ξεδιάλεγμα καιρό πριν, όταν είχε μετακομίσει στο σπίτι των δικών της, προτού μεταφέρει και τα δικά της πράγματα και τα παρκάρει κι αυτά στην ήδη γεμάτη σοφίτα. Βέβαια, οι συνθήκες που την οδήγησαν πίσω στην πατρική εστία δεν ήταν και οι ιδανικότερες. Η ανακοίνωση του συζύγου της ότι ήθελε να χωρίσουν έπεσε σαν κεραυνός εν αιθρία. Τώρα, μετά από είκοσι χρόνια ανέφελου κοινού βίου, πάνω που οι ευθύνες ξεθώριαζαν και άρχιζε να αχνοφαίνεται ένας ουρανός ελευθερίας και ξεγνοιασιάς, ένας σεισμός ήρθε να γκρεμίσει τον γυάλινο κόσμο της. Ναι, γυάλινος ήταν, γιατί αν ήταν πέτρινος θ' άντεχε στους κραδασμούς. Λίγο πριν τα πενήντα της νόμιζε πως άνοιγε ο δρόμος για να πάρουν σάρκα και οστά όλα της τα θέλω, που είχε βάλει χρόνια τώρα σε αναμονή για χάρη της οικογένειάς της. Πόσο μακριά ήταν νυχτωμένη.

Το βραβείο

Σταυρούλας Δεκούλου

Το βραβείο, Σταυρούλας Δεκούλου

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Οι ωροδείκτες στο μεγάλο εκκρεμές, που ήταν από καιρό αφημένο στη σοφίτα, έδειχναν πως η μέρα είχε ήδη κατά το ήμισυ ξοδευτεί κι ενώ σχεδόν δέκα μεγάλες κούτες ήταν ήδη έτοιμες προς απομάκρυνση, ο χώρος έδειχνε να μην αδειάζει καθόλου. «Μα καλά, πόσα χρόνια στοίβαζαν πράγματα εδώ μέσα;», σκέφτηκε η Ελένη. Ήταν η δεύτερη μέρα που άδειαζε και τακτοποιούσε, ξεκαθάριζε και απομάκρυνε αντικείμενα και όμως ήταν σαν να μην είχε καν ξεκινήσει. Όπου κι αν κοιτούσε μπορούσε να διακρίνει έπιπλα, κυρίως παλιάς εποχής, πίνακες που απεικόνιζαν νεκρή φύση και θαλασσογραφίες, μπρούτζινα διακοσμητικά και ένας επιδαπέδιος καθρέφτης με μια περίτεχνα σκαλισμένη κορνίζα. Ακόμα υπήρχαν μπαούλα γεμάτα με ρούχα και κλινοσκεπάσματα, αλλά και πολλές κούτες με βιβλία, παλιούς δίσκους και ένα... μα τι ήταν αυτό; Απίστευτο! Ένα παλιό γραμμόφωνο, προφανώς κειμήλιο από τα πράγματα του πατρικού του παππού της. Πήγε κοντά για να το δει καλύτερα. «Δουλεύει άραγε;», αναρωτήθηκε κι έκανε να γυρίσει τη μανιβέλα για να το κουρδίσει. Εκείνη τη στιγμή όμως κάτι άλλο τράβηξε την προσοχή της και το γραμμόφωνο έμεινε σιωπηλό να περιμένει υπομονετικά τη σειρά του.

Το βραβείο

Σταυρούλας Δεκούλου

Το βραβείο, Σταυρούλας Δεκούλου

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

Εκείνο το βράδυ η Ελένη ονειρεύτηκε πως βρισκόταν σ' ένα νησί και περπατούσε ξυπόλητη σε μια ακρογιαλιά. Φορούσε ένα μακρύ λευκό φουστάνι, που φαινόταν πολύ ταλαιπωρημένο και κουρελιασμένο, και τα πόδια της την πονούσαν αφόρητα. Όταν έσκυψε να τα κοιτάξει τα είδε καταματωμένα και βρόμικα. Στο χέρι της κρατούσε τον πράσινο αστερία και όποιον έβρισκε του τον έδειχνε κι έλεγε: «Ψάχνω τον Θαλασσινό, ξέρετε πού θα τον βρω;». Όμως οι άνθρωποι στο όνειρό της ανασήκωναν τους ώμους τους αδιάφοροι και την προσπερνούσαν. Εκείνη όμως συνέχιζε να περπατά όσο κι αν πονούσε και δακρυσμένη μονολογούσε: «Πρέπει να τον βρω. Δεν θα σταματήσω να περπατώ μέχρι να τον βρω.». Κάποια στιγμή μια μαυροντυμένη γυναίκα εμφανίστηκε μπροστά της και με σιγανή φωνή της είπε: «Παιδί μου, γύρνα πίσω και φύλαξε τα πράγματα πίσω στο κουτί τους. Είναι πολύ αργά γι' αλήθειες.». Η Ελένη κοντοζύγωσε να δει πιο καλά τη γυναίκα που της μιλούσε κι αντίκρισε τη μητέρα της. «Μαμά», φώναξε και πετάχτηκε απότομα από το κρεβάτι λουσμένη στο ιδρώτα.

Το βραβείο

Το βραβείο, Σταυρούλας Δεκούλου

    Εκείνο το βράδυ η Ελένη έμεινε ξύπνια διαβάζοντας τα ποιήματα του Θαλασσινού. Δεν υπήρχε αμφιβολία πως η γραφή του ήταν μοναδική. Ήταν νοτισμένη μ' ένα αξόδευτο γκρίζο, έναν ατέρμονο χιονιά. Η θλίψη και η μελαγχολία έρρεε ασταμάτητη μέσα από κάθε του στίχο. Το αδύναμο της ανθρώπινης φύσης, ο πόνος του χωρισμού, η απουσία της αγάπης, τα ναυάγια της ζωής ήταν οι θεματικές της γραφής του. Πρέπει να ήταν ένας βαθιά μελαγχολικός άνθρωπος. Ένας άνθρωπος με μάτια σαν λίμνες γεμάτα δάκρυα. Άραγε πού να είχε μεγαλώσει και ποιες συνθήκες της ζωής του να είχαν γεννήσει αυτόν τον ατέλειωτο χειμώνα στη γραφίδα της πένας του; Πώς ήταν ποτέ δυνατόν η μητέρα της να μαγευτεί από έναν τόσο θλιμμένο άνθρωπο και να είναι παντρεμένη με κάποιον τόσο διαφορετικό όπως ο πατέρας της; Ο Στέφανος Θεοτοκάτος ήταν ένας άνδρας γεμάτος ζωντάνια. Η φωνή του γλυκιά μα βροντερή και το γέλιο του γάργαρο σαν το νερό της πηγής. Τον θυμόταν πάντα να έχει γύρω του ανθρώπους που επιζητούσαν την παρέα του και την ξάστερη σκέψη του. Καπετάνιος για χρόνια, που είχε γυρίσει τον κόσμο δέκα φορές, μετά τον γάμο του είχε επιλέξει κοντινά ταξίδια γιατί δεν άντεχε να είναι για πολύ μακριά από τη γυναίκα του και τα παιδιά του. Θυμήθηκε κάθε που έφευγε ο πατέρας της ταξίδι, τις φιλούσε και τις τρεις όλο αγάπη και κάθε που γύριζε τον πρόσμεναν στο κεφαλόσκαλο του σπιτιού, μάνα και κόρες, στη σειρά με το τραπέζι στρωμένο και το φαγητό ζεστό. Κι αφού χόρταιναν από αγκαλιές και φιλιά, κάθονταν όλοι μαζί στο τραπέζι να γευτούν τα εδέσματα, που κάθε φορά είχε ετοιμάσει όλο λαχτάρα κι αγάπη η μητέρα της.

Το βραβείο

Το βραβείο, Σταυρούλας Δεκούλου

    Οι υπόλοιπες ώρες μέχρι το βράδυ κύλησαν βασανιστικά αργά. Οι ωροδείκτες θαρρείς και είχανε μείνει ακίνητοι και ροκάνιζαν την ίδια πάντα στιγμή. Το ξέσπασμα του Στέφανου στην κουζίνα. Η κραυγή του «Φωτιά, Θεέ μου, η φωτιά…» και η άτακτη φυγή του από την κουζίνα. Η Ελένη δεν είχε δει ποτέ τον πατέρα της εκτός εαυτού. Ήταν πάντα σαν ένας ακλόνητος βράχος. Κι όμως εκείνη είχε προκαλέσει τέτοιο σεισμό που είχε ξεκολλήσει τις ρίζες του από τη γη. Τον είχε αποσχίσει από την αιωνιότητα. Τα στριφογύριζε όλα στο μυαλό της και άκρη δεν μπορούσε να βγάλει. Η μάνα της ήξερε μεν, αλλά παρέμενε σιωπηλή. Έκλαιγε απαρηγόρητη, αλλά δεν μιλούσε, μήτε και της είπε κάτι μετά που αποχώρησε ο πατέρας της από το κάτω σπίτι.

Το βραβείο

Σταυρούλας Δεκούλου

Το βραβείο, Σταυρούλας Δεκούλου

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 12

Ο καιρός περνούσε και οι συναντήσεις των δυο νέων πύκνωναν ολοένα και περισσότερο. Ο Στέφανος ταξίδευε και η μητέρα της Ελένης, μη θέλοντας να τη στενοχωρεί, της επέτρεπε την έξοδο με τις φίλες της, χωρίς ποτέ όμως να περάσει από το μυαλό της πως οι αθώες συναντήσεις της Ελένης ήταν με τον Ορέστη Θαλασσινό. Όμως ο έρωτας κρύβει κινδύνους ειδικά όταν έχει να κάνει με απονήρευτα παιδιά ή ανώριμους ενήλικες. Σαν πληροφορήθηκε η μητέρα της Ελένης τη σχέση της με τον ποιητή, άστραψε και βρόντηξε μέσα στο σπίτι και για πρώτη φορά μάλωσε πολύ σοβαρά με τη μοναχοκόρη της. Της απαγόρευσε την έξοδο και της έκοψε κάθε επικοινωνία με τον Ορέστη. Κόντεψε να σκάσει η νεαρή κοπέλα από τη στενοχώρια της. Έπεσε στο κρεβάτι και δεν έλεγε να σηκωθεί. Η μητέρα της τηλεγράφησε στον αδερφό της. Σε λιγότερο από πέντε μέρες ο Στέφανος έπιασε λιμάνι στον Πειραιά.

Το βραβείο

Το βραβείο, Σταυρούλας Δεκούλου

    «Μαμά» φώναξε η Ελένη και πετάχτηκε έξω από το αμάξι μόλις ο Ανέστης πάρκαρε έξω από το σπίτι. «Κυρα-Μυρτώ» φώναξε και ο Ανέστης. «Δες ποια σου 'φερα!» «Μάνα!» ξαναφώναξε η Ελένη νιώθοντας ξαφνικά μια μεγάλη ανάγκη να πέσει στην αγκαλιά της. «Ελένη μου, παιδί μου!» φώναξε η κυρά Μυρτώ που εμφανίστηκε από την δεξιά πλευρά του σπιτιού. «Είχα πάει στην αποθήκη να φέρω ένα κρασί για το μεσημεριανό. Κοριτσάκι μου!» είπε και άνοιξε τα χέρια της κι έκλεισε μέσα τους την κόρη της μ' όλη την αγάπη που μπορεί να νιώσει μια μάνα για το παιδί της. «Μανούλα μου γλυκιά» είπε η Ελένη γεμίζοντάς τη φιλιά. «Τι κάνεις; Πόσο μου έλειψες». «Ανέστη, θα 'ρθεις να σου βάλω μια ρακή που μου 'φερες την κοπελιά μου;» ρώτησε η κυρα-Μυρτώ. «Όχι, κυρα-Μυρτώ. Με περιμένουν τα κοπέλια να τα πάω στη θάλασσα. Ένας θεός κατέχει ίντα θα μου σούρουν άμα αργήσω. Εκειά τα δυο είναι από το πρωί ντυμένα με τα μαγιό και μ' ανιμένουν να γιαείρω» είπε ο Ανέστης γελώντας και βάζοντας τα λεφτά που του 'χε δώσει η Ελένη πριν βγει από το αμάξι στην τσέπη του, έβαλε μπροστά τη μηχανή κι έφυγε κορνάροντας δυο φορές. Μάνα και κόρη αγκαλιασμένες μπήκανε μέσα στο σπίτι. Η Ελένη κοίταζε τη μάνα της. Εβδομήντα τριών χρονών και δεν έδειχνε ούτε εξήντα. Την αγαπούσε ο χρόνος τη μάνα της. Βέβαια δεν είχε κουραστεί στη ζωή της. Μπορεί να τους είχε όλους μη στάξει και μη βρέξει στο σπίτι, αλλά ο πατέρας της δεν την άφησε ποτέ να δουλέψει. Ως καπετάνιος έφερνε πολύ καλά λεφτά στο σπίτι, τόσο καλά που ζούσαν όλοι τους πλουσιοπάροχα και δεν έλειψε ποτέ σε καμιά τους τίποτα.

Τότε… που είχε πανσέληνο

Τότε... που είχε πανσέληνο, Παναγιώτας Χριστοπούλου-Ζαλώνη

Την Κυριακή 5 Ιουνίου 2022, στις 11:30 π.μ., στον εκδοτικό οίκο Βεργίνα, η ποιήτρια Παναγιώτα Χριστοπούλου-Ζαλώνη υποδέχθηκε πλήθος ομότεχνων και γιόρτασε μαζί τους τη νέα της ποιητική συλλογή «Τότε… που είχε πανσέληνο». Μια συλλογή ποιημάτων που η πλειονότητά τους αφορά την ψυχική φόρτιση της ποιήτριας όταν η πατρίδα της η Εύβοια φλεγόταν το προηγούμενο έτος.