ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΔΙΠΛΕΣ ΠΡΟΣΚΛΗΣΕΙΣ: Η Γελάδα *** Ο 1ος Λογοτεχνικός Διαγωνισμός koukidaki.gr είναι γεγονός! *** Κατεβάστε ΔΩΡΕΑΝ ebooks όπως: Άπαντα Κ. Καρυωτάκη * Αδερφοί Καραμάζοβ, Φ. Ντοστογιέβσκη * Το ξύλινο παλτό, Κ. Γώγου κ.ά ΕΔΩ! *** Αν σας αρέσει το θέατρο, παρακολουθείτε όλα τα είδη και επιθυμείτε να μοιράζεστε τις εντυπώσεις σας μαζί μας, επικοινωνήστε με το koukidaki. Αρθρογράφοι, κριτικογράφοι, άνθρωποι με ανάλογη κουλτούρα ζητούνται! *** Από 1η Ιανουαρίου 2020 αλλάζουν οι όροι στις δωροθεσίες. Διαβάστε τους νέους όρους εδώ.
ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΒΙΒΛΙΑ ακολουθώντας τους συνδέσμους. Μυθιστορήματα: Παρένθετη απολογία * Τα όνειρα που κράτησα για μένα * Στις στάχτες της Σαλονίκης * Μια νύχτα ακόμη * Το αγκάθινο στέμμα * Ένοχα μυστικά * Το βαλς της παγωμένης καρδιάς * Ουμπούντου * Το αρπακτικό * Δύο ιστορίες για ένα πρόσωπο * Ο παραμυθάς * Ο Καπήλαρης * Ώρα μηδέν * Αριάδνη * Το βαλς του ονείρου * Η τελευταία λέξη είναι της μοίρας * Χάρτινος πύργος ** Νουβέλα: Αγγελική μορφή * Αδέσποτος νους * Το γιασεμί ** Θεατρικό: Άκουσε τα κύματα ** Διηγήματα: Αναμνήσεις από στάχτη * Εκεί που ανθίζουν οι κραυγές ** Παιδικά: Ο Παρφές * Το παραμύθι με τα παραμύθια * Πέντε βιβλία της σειράς ΩΟ * Ονειρικές αφηγήσεις ** Ποίηση: Άσματα νεκρικά * μηναυγή * 2ος Νόμος * Ο χορός της αστραπής * Προσωρινή αιωνιότητα * Ossimoro ** Βιογραφικά: Κάθε Ιούλιο επιστρέφω ** Αυτοβελτίωση-στοχασμοί: Αναζητώντας φως * Now and Zen ** Λευκώματα: Βίβλος βιβλιοφίλων

Παρασκευή, 4 Οκτωβρίου 2019

Τα παιδιά της Θεσσαλονίκης

Η λέσχη ανάγνωσης Θεσσαλονίκης ξεκινάει τον τέταρτο κύκλο συναντήσεων με το βιβλίο της τριλογίας του Λεντερίκ Μπερνάρ «Τα παιδιά της Θεσσαλονίκης». Το θέμα που επέλεξα ως συντονίστρια για τη φετινή λογοτεχνική χρονιά της βιβλιοπαρέας μας είναι η πόλη μας, η γενέτειρά μας, η Θεσσαλονίκη. Όλα τα βιβλία έχουν αναφορές και ιστορίες που διαδραματίζονται και εκτυλίσσονται στην Θεσσαλονίκη και επίσης έχουν γραφεί τα περισσότερα από Θεσσαλονικείς συγγραφείς παλαιότερους, όπως τον Ιωάννου, αλλά και σύγχρονους, όπως την Σοφία Βόικου και την Μαίρη Κόντζογλου.

Το συγκεκριμένο βιβλίο, Τα παιδιά της Θεσσαλονίκης, αναφέρεται στις ζωές τεσσάρων παιδιών, της Άρτεμης, του Δημοσθένη, του Βασίλη, του Περικλή, τα οποία μεγαλώνουν στην σκιά της Οθωμανικής κατοχής στη Θεσσαλονίκη του 1881. Η συγκεκριμένη έκδοση δημοσιεύτηκε στα 1990 από τις εκδόσεις Χατζηνικολή σε μετάφραση της Ντίνας Σιδέρη. Το σημαντικό είναι ότι αντλούμε πολύτιμες πληροφορίες για την πόλη μας και την οικονομική και κοινωνική της κατάσταση, όταν η Θεσσαλονίκη σε εκείνα τα χρόνια ήταν ένα από τα πιο ακμάζοντα λιμάνια της Ευρωπαϊκής Τουρκίας. Μαθαίνουμε πως λειτουργούσαν οι θεσμοί στη διοίκηση, ότι οι θέσεις αγοράζονταν από όποιον διέθετε οικονομική δυνατότητα και ότι η ένταξή τους στον κρατικό μηχανισμό σήμαινε ότι θα κλέψουν αυτούς που διοικούσαν. Διατυπώνονται ιδέες πολύ πρωτοποριακές για την εποχή τους, όπως αυτές που υποβόσκουν στα λόγια του Μπουλέτ Μπέη, του αρχηγού της τουρκικής αστυνομίας στη σελίδα 25 «Τα γεγονότα έχουν το νόημα που θέλουμε να τους δώσουμε…» Μαθαίνουμε ότι ο κλήρος συνεργαζόταν και συνδιαλλασσόταν μαζί του για να διεκδικήσει φοροελαφρύνσεις.[1]

Ο Εβραίος Ελιάκι Μοενίμ σκότωσε τον Τούρκο που δολοφόνησε τον αδερφό του και ο Μπουλέτ μπέης ήθελε να του φορτώσει μια υπόθεση «σερβοεβραϊκής συνωμοσίας» για να ικανοποιήσει τον Ντερβίς Πασά. Αν η οργάνωση ήταν βουλγαρόφιλη θα εξυπηρετούσε τον σουλτάνο. Όλα αυτά τα σχέδια βέβαια απείχαν από την πραγματικότητα, μια και οι αδερφοί Μοενίμ δούλευαν και τους εκμεταλλεύονταν και δεν είχαν διάθεση για προπαγάνδες.[2] Το κουτσομπολιό, μας το περιγράφει ο συγγραφέας ως ζωτική ανάγκη στην πόλη της Θεσσαλονίκης. Έτσι, το νέο της δολοφονίας του Μουσάντ διαδόθηκε καθώς και τα σχέδια των Τούρκων για έφοδο στα χριστιανικά σχολεία, όπου θα αναζητούσαν τον δράστη.[3] Ο Ελιάκι είχε σώσει τη ζωή του Βασίλη, ο οποίος θα γινόταν το επόμενο υποψήφιο θύμα.

Ο Βασίλης με τον πατέρα του φυλακίζονται στο Κανλί-Κουλά, γιατί ο πατέρας του Βασίλη που κατασκεύαζε όπλα παρέδωσε το όπλο της δολοφονίας στην τουρκική αστυνομία και αυτή τους κράτησε μέχρι να διασταυρωθεί η αλήθεια. Ο πατέρας του τον παρότρυνε να μην κλαίει, γιατί εκεί στο περιβάλλον της φυλακής με τον υπόκοσμο και τους μαστροπούς κάθε αδυναμία είναι θανάσιμη.[4] Στη φυλακή οι βάρβαροι κρατούμενοι σκοτώνουν τον πατέρα του Βασίλη, μια φρικιαστική εμπειρία που δεν μπορεί να ξεχάσει και κουβαλάει μέσα του.

Η Κασσάνδρα η μητέρα της Άρτεμης, χάνει τον άντρα της, τον Κώστα Μασκούλη. Η Άρτεμη βρίσκει σαν διέξοδο τον Μποχουμίλ Μπέη, τον πιο ωραίο άντρα της Θεσσαλονίκης που είχε τη φήμη του γυναικοκατακτητή, ανεξάρτητο πνεύμα, εκλεπτυσμένος και κοσμογυρισμένος, ήταν αντίθετος με τον αδερφό του που συμπεριφερόταν ως στυγνός εκμεταλλευτής και ήταν μισητός.[5] Η Άρτεμη αποφασίζει να του μιλήσει για να αθωώσουν τους φίλους της. Ο δεκανέας απελευθερώνει τα παιδιά από το κάστρο με εντολή του αδερφού του Μποχουμίλ Μπέη.[6]

Οι Εβραίοι ακριβοπλήρωναν την ηρεμία των επιχειρήσεών τους και την επιβίωση των υπολοίπων Εβραίων. Το 1882 η Κασσάνδρα Μασκούλη με την κόρη της Άρτεμη μετακομίζουν στην Αθήνα. Εκεί θα μπορούσε να αποκατασταθεί το όνομα της οικογενείας της, γιατί ο θείος της Δημήτρης ήταν ένας από τους πιο ισχυρούς οικονομικούς παράγοντες της εποχής, που διαμόρφωνε την βιομηχανική πολιτική στην κυβέρνηση Τρικούπη. Οι μεγάλες δυνάμεις, Αγγλία, Γαλλία και Ρωσία παρενέβαιναν στην πολιτική κατάσταση μέσω των κομμάτων τους. Ο βασιλιάς Γεώργιος ο Ά της Ελλάδος ήταν αγγλόφιλος και σε αυτή την παράταξη ανήκε ο Μασκούλης. Ήθελε να παρέχει στην Άρτεμη υψηλή μόρφωση στο πιο αριστοκρατικό παρθεναγωγείο της Αθήνας. Η μητέρα δέχτηκε αυτή την προοπτική, ενώ η Άρτεμη είχε τις επιφυλάξεις και τους ενδοιασμούς της, γιατί ήταν ευτυχισμένη με τη ζωή που έκανε στη Θεσσαλονίκη παρέα με τους τρεις φίλους της. Η Άρτεμη τους αγαπούσε σαν μια αδιάσπαστη ενότητα και δεν μπορούσε να τους φανταστεί μεμονωμένα και να τους εγκαταλείψει στη Θεσσαλονίκη στη μιζέρια, ενώ αυτή θα απολάμβανε τα πλούτη.

Όταν έφτασαν στο πλοίο για την αναχώρηση, τους είδε να ξεπροβάλλουν για να την αποχαιρετήσουν. Δεν έχασε χρόνο και κατέβηκε στην προκυμαία. «Κι αυτοί, στέκονταν αδέξιοι, άχαροι μέσα στα καλά τους». Ο Βασίλης της είχε αγοράσει ένα μπουκαλάκι άρωμα με χρυσή ετικέτα. Ο Δημοσθένης της είχε γράψει ένα ποίημα καλογραμμένο με υπαινιγμούς και μεταφορές. Ο Περικλής της είχε φέρει ένα διάφανο χαλίκι και ισχυριζόταν ότι είναι διαμαντόπετρα. «Τα τέσσερα παιδιά αγκαλιάστηκαν χωρίς να πουν λέξη. Εκείνη τη στιγμή, μια ηλιαχτίδα διαπέρασε φευγαλέα τον γκρίζο θόλο του ουρανού». Τα παιδιά με σφίξιμο στην καρδιά και χαμηλή φωνή από τη συγκίνηση, αποχαιρέτησαν την Άρτεμη.[7]

Η κοινοβουλευτική μοναρχία έδινε στους Έλληνες τις αρχές της δημοκρατίας που απολάμβαναν οι πρόγονοί τους. Ο Χαρίλαος Τρικούπης ήταν ένας δύσκολος και απλησίαστος άνθρωπος με αγγλική κουλτούρα, ταλέντο και πείσμα στην εξάσκηση των πολιτικών καθηκόντων του. Επέβαλε βαριά φορολογία και οι τιμές των τροφίμων ακρίβαιναν. Ήθελε να υψώσει την Ελλάδα σε μια χώρα εφάμιλλη των άλλων δυτικών κρατών που ήταν προηγμένα και ανεπτυγμένα έθνη. Αυτή η στάση του έδινε τροφή στους αντιπάλους του να τον κατηγορούν ότι δεν γνώριζε τη δυναμική της χώρας που κυβερνά, αγνοούσε τις ανάγκες των αγροτών και εξυπηρετούσε τα συμφέροντα των πλουσίων. Αυτό το κλίμα συνετέλεσε στην ήττα του το 1890 και στην άνοδο του Δεληγιάννη στην εξουσία.

Η κοινωνία της εποχής είχε περιορισμένα χρηστά ήθη με περιορισμένες ελευθερίες στα δύο φύλλα και την αυστηρή επίβλεψη των νεαρών. Αυτή η κοινωνική κατάσταση γεννούσε φλογερά πάθη που έμεναν πλατωνικά. Η Άρτεμη απείχε από ερωτικά ειδύλλια. Ο Χρύσανθος Κοΐμπρας είναι ένας όμορφος ποιητής που γράφει για την μεγάλη ιδέα και το ταλέντο του αναγνωρίζεται ακόμη και από τους τρικουπιστές. Ο Ντερβίς Πασάς το 1890 τοποθέτησε στην πρεσβεία της Αθήνας τον αδερφό του τον Μποχουμίλ και αυτός αναγκάστηκε να υποκύψει στο θέλημά του, γιατί είχε συνηθίσει σε μια πλουσιοπάροχη ζωή που του εξασφάλιζε ο αδερφός του. Οι οπαδοί του Δεληγιάννη δεν ενέκριναν την ακριβή ζωή και επιθυμούσαν η Ελλάδα να ανακτήσει τα χαμένα εδάφη της. Αυτά τα σενάρια δεν ήταν εφικτό να πραγματοποιηθούν γιατί οι επαρχίες θα συνέχιζαν να κατέχονταν από τους Τούρκους και το κόστος της ζωής δεν μπορούσε να μειωθεί με μαγικό τρόπο. Ο Μποχουμίλ όταν είδε την Άρτεμη ήταν σα να ξαναζωντάνεψε η Κασσάνδρα των είκοσι του χρόνων! Η Κασσάνδρα εκπλήρωνε τις κοινωνικές της υποχρεώσεις με την συμμετοχή της σε φιλανθρωπικές δράσεις στην κοινωνία της Αθήνας που ήταν εμποτισμένη με πάθη και σνομπισμό.[8]

Οι Έλληνες των σκλαβωμένων επαρχιών στήριζαν τις ελπίδες τους στη διακυβέρνηση του Δεληγιάννη. Ο οθωμανικός κλοιός ήταν αυστηρός σε θέματα ασφαλείας, ώστε να αποτρέψουν οποιαδήποτε επαναστατική ενέργεια και οι πράξεις αντίστασης περιορίζονταν σε εκκλήσεις με φυλλάδια και ποιήματα, πιο ήπια μέσα. Οι πρώτες νύξεις για να καταφύγουν στον ένοπλο αγώνα επιδοκιμάστηκαν από το πλήθος που παρακολουθούσε την ομιλία του Δημοσθένη.[9] Στη συντροφιά όμως υπήρχε κι ένας άλλος Εφιάλτης που ειδοποίησε τον εχθρό και έκανε έφοδο στο καφενείο να διαλύσει τη συνάντηση με ξυλοδαρμούς. Επάνω στη συμπλοκή σε μια στιγμή ανεξέλεγκτης τρέλας, ο Δημοσθένης είχε σκοτώσει τον ζαπτιέ. Οι φίλοι του Δημοσθένη, τον φυγάδευσαν από το παράθυρο για να διασωθεί και τον προμήθευσαν εν συνεχεία πλαστά χαρτιά με άλλη ταυτότητα για να μην είναι αναγνωρίσιμος. Ο Δημοσθένης κατέκτησε τον λαϊκό θαυμασμό και απέκτησε τη φήμη του εθνικού ήρωα στην Αθήνα.[10] Ο Τρικούπης γνώριζε ότι ο φόνος του ζαπτιέ μόνο να εντείνει τη διαμάχη και να επιδεινώσει τις ελληνοτουρκικές σχέσεις μπορούσε, αλλά φωνή λαού, φωνή Κυρίου, υπέκυψε στη λαϊκή βούληση.

Η αυτοκρατορική αυλή του βασιλιά Γεωργίου διοργάνωνε χοροεσπερίδες στις οποίες συμμετείχε η υψηλή κοινωνία της εποχής. Η Άρτεμη έκλεβε τις εντυπώσεις με το παρουσιαστικό της. Σε μια τέτοια εκδήλωση, η Άρτεμη αναγνώρισε τον Δημοσθένη και «ανταπέδωσε το εκστατικό χαμόγελό του». Ο Δημοσθένης απολάμβανε την κοσμική ζωή και την κοινωνική αναγνώριση και αγαπούσε την Άρτεμη. Η εικόνα της δεν είχε ξεθωριάσει ποτέ από το μυαλό του. Ο Χρύσανθος ο ποιητής, πίστευε πως ο λόρδος Μπάιρον υποστήριζε τον αγώνα των Ελλήνων σαν διέξοδο από την δική του ζωή, που ακροβατούσε στις καταχρήσεις, ήθελε να βρει έναν ένδοξο θάνατο. Ο Περικλής ήταν ένα αρρενωπό αρσενικό με μια γλυκύτητα στο βλέμμα και επιβλητική εμφάνιση. Η Άρτεμη ήταν ερωτευμένη με τον
Μποχουμίλ και ήξερε πως ήταν ένας άντρας έμπειρος στις γυναίκες. Γνωρίζοντας πως οι νεαροί παρακαλούν, ενώ οι άντρες ξέρουν να παίρνουν αυτό που θέλουν διαισθανόταν πως κάτι της έκρυβε. Η πραγματικότητα την επιβεβαίωσε καθώς ο ίδιος της εκμυστηρεύτηκε πως το πιο πιθανό ήταν να είναι κόρη του! Η Άρτεμη σοκαρίστηκε και ο Μποχουμίλ της είπε έχει δίκιο να λατρεύει τον Κώστα Μασκούλη σαν πατέρα της, αλλά μια και δεν υπάρχει «τίποτε πιο ευγενικό και πιο μεγάλο από το να λες την αλήθεια», της ανακοίνωσε ότι η Κασσάνδρα και αυτός πρόκειται να ξαναπαντρευτούν. Η Άρτεμη πίστευε στην αγνότητα των παιδικών της χρόνων και απογοητευόταν από τον κόσμο των μεγάλων. Αυτή η λάμψη της παιδικής αγνότητας ήταν ένα αναλλοίωτο διαμάντι.

Ο καϊμακάμης διαβεβαίωσε τον Οκράμ πως μια πόλη σαν τη Θεσσαλονίκη δεν ησυχάζει ποτέ για αυτό πρέπει να επαγρυπνούν, να μην επαναπαύονται και να οργανωθούν. Ζήτησε να μαζέψουν χαφιέδες, να υποσχεθούν χρήματα, γιατί όπως σωστά διέγνωσε οι άνθρωποι του Μικρίαμνου που σχεδιάζουν επανάσταση ετοιμάζουν μυστική επίθεση. Ο Δημοσθένης συνεργαζόταν με τους τοπικούς αρχηγούς, τους παρείχε όπλα και εκείνοι έβαζαν τα μάχιμα παλικάρια στη μάχη. Το Κανλί-Κουλά είχε την τιμητική του, καθώς γέμιζε από συλλήψεις. Η επιχείρηση απέτυχε γιατί και πάλι υπήρξε προδοσία.

Ο Δημοσθένης όταν κατάλαβε την άνιση μάχη αναγκάστηκε να δώσει πληροφορίες και να συνθηκολογήσει με τον εχθρό. Επέστρεψε στην πατρίδα όπου τον περίμεναν να αποδώσουν δόξα και τιμή και αναγκάστηκε να πει ψέματα ότι ο ίδιος δραπέτευσε από την άμαξα που τον μετέφερε στο Κονάκι.[11] Τα ίδια νέα μετέφερε και στην Αγγέλα την φίλη της Άρτεμης που ήταν η κοπέλα του Χρύσανθου και αγωνιούσε. Φυσικά, ο Χρύσανθος είχε εκτελεστεί με τους άλλους αιχμαλώτους. Ο Δημοσθένης όμως ανέβηκε αλματωδώς, παντρεύτηκε την Άρτεμη, ο βασιλιάς τον διόρισε σύμβουλο στο υπουργείο Στρατιωτικών, τον παρασημοφόρησε και του εξασφάλισε ισόβια επιχορήγηση. Οι υπόλοιποι φίλοι της παρέας αντέδρασαν ο καθένας με τον δικό του τρόπο στο συνταρακτικό νέο του επικείμενου γάμου της Άρτεμης με τον Δημοσθένη. Ο Βασίλης αντιδρούσε ενστικτωδώς με επιθετικότητα, ο Περικλής ήταν πιο εγκρατής και ευαισθητοποιημένος παρά το παρουσιαστικό του και συχνά αναπολούσε τα ξένοιαστα παιδικά χρόνια. Ωστόσο όλοι αποφάσισαν να παραστούν στο γάμο και η Άρτεμη οραματιζόταν ένα μέλλον φωτεινό στο πλευρό του Δημοσθένη «όπως ήταν τα παιδικά τους χρόνια κάτω από τον ήλιο της Θεσσαλονίκης». Στο γάμο επέλεξε να φοράει αντί ακριβών κοσμημάτων,το ταπεινό πετράδι του Περικλή, που είχε για αυτήν μεγάλη συναισθηματική αξία. Στο γάμο αγκαλιάστηκαν οι τέσσερις παιδικοί φίλοι, σχηματίζοντας τον κύκλο της παιδικής ηλικίας και διώχνοντας κάθε ενοχική σκέψη που κουβαλούσαν.

Μαθαίνουμε πως στην Αθήνα θα διεξάγονταν οι πρώτοι Ολυμπιακοί Αγώνες μετά την Αρχαιότητα και ότι ο Γάλλος βαρόνος Πιερ ντε Κουμπερτέν είχε πετύχει το στόχο του. Αυτό το γεγονός είχε προκαλέσει τον ενθουσιασμό του λαού και δεν μπορούσε να τον κάμψει ούτε το ενδεχόμενο πολέμου με την Τουρκία.[12] Όλοι εύχονταν ο νικητής των αγώνων να είναι Έλληνας. Οι άνθρωποι αγκαλιάζονταν χωρίς να γνωρίζονται από χαρά όταν ο Λούης μπήκε στο στάδιο. Οι αγώνες και ο πόλεμος ένα αντιφατικό δίπολο της πραγματικότητας, καθώς παράλληλα με τους επιφανειακούς αγώνες η σκιά του πολέμου που πλησίαζε, απλωνόταν απειλητικά πάνω από το κεφάλι τους. Ο Δημοσθένης κατέκτησε τη θέση του υπουργού πολιτισμού μόλις στα είκοσι εφτά του χρόνια. Σύντομα όμως η εμφάνιση ενός τσακισμένου ανθρώπου που ήξερε την αλήθεια για την ιστορία της Ροδόπης και είχε δει τον Ελευθέριο στο εκτελεστικό απόσπασμα να κατηγορεί τον Δημοσθένη ότι είχε προδώσει θα διατάρασσε την επιτυχία των γεγονότων της επαγγελματικής του πορείας. Ο Σαήλης ήταν τυφλός, κουτσός, παραμορφωμένος και είχε σκοπό να ζητήσει ανταλλάγματα.[13]

Νέες σκοτούρες ταλαιπωρούν τον Δημοσθένη καθώς στο πλαίσιο ενός ταξιδιού αναψυχής με τη γυναίκα του την Άρτεμη στο εξωτερικό και συγκεκριμένα στην Αγγλία ο καθηγητής Χάρτον Γουίλκισον συμβιβάστηκε με τις απαιτήσεις της αντρικής αλληλεγγύης και ενώ διαπίστωσε αντρική ανικανότητα για γονιμοποίηση, προτίμησε να προστατέψει το κύρος του αρχηγού της οικογενείας, προκειμένου να σωθεί το ζευγάρι κατά τα δεδομένα της εποχής.[14] Ο Δημσοθένης είχε αντρική στειρότητα και είχε ταπεινωθεί από αυτή τη διάγνωση που ήταν ένα πλήγμα στον ανδρισμό του. Η Άρτεμη πίστεψε πως αυτή ήταν στείρα και ένιωθε τσακισμένη. Ο Δημοσθένης αισθανόταν έρμαιο μιας μοίρας που τον έκανε ψεύτη για άλλη μια φορά.

Η πολιτική κατάσταση της χώρας με τους αγώνες των Μακεδονομάχων, του Μελά, του Γούλα, του Σαριέντη υποκαθιστούν τη νόμιμη κυβέρνηση και οδηγούν τη χώρα σ ένα πόλεμο για τον οποίο δεν είναι έτοιμη.[15] Ο Σαήλης ζήτησε πενήντα χιλιάδες δραχμές από τον Δημοσθένη, αλλά αυτός φοβόταν ότι δεν θα ξεμπέρδευε έτσι εύκολα μαζί του. Δανείστηκε τα χρήματα από τον Βασίλη, που κατασκεύαζε όπλα και τους ένωνε μια μυστική απαραβίαστη συμμαχία. Κατόπιν συναντήθηκε με τον Εσφαίρ και του ζήτησε να τον απαλλάξει από τον Σαήλη. Εκείνος δέχτηκε με αντάλλαγμα να του δώσει ο Δημοσθένης την ακριβή ημερομηνία της απόβασης του εκστρατευτικού σώματος στην Κρήτη και τα αποτελέσματα των διαβημάτων της κυβερνήσεως στο Φόρεϊν και στο Και ντ΄Ορσέ.

Ο Δημοσθένης ως υπουργός πολιτισμού ήξερε ότι η αποκατάσταση του μνημείου της Ακρόπολης ήταν ένα δυσβάσταχτο κόστος για την ελληνική κυβέρνηση κι έτσι άφηναν ελεύθερους τους ξένους αρχαιολόγους να συντηρούν το μνημείο με αντάλλαγμα πολλά ανεκτίμητα κομμάτια να διοχετεύονται στα μουσεία του Παρισιού και του Λονδίνου. Κολόνες κι αγάλματα κείτονταν στο έδαφος για πάνω από δυο χιλιάδες χρόνια αφημένα στο πνεύμα της κερδοσκοπίας και της παραμέλησης. Εκείνο τον δρόμο διέσχισε ο Δημοσθένης για να φτάσει στο ραντεβού με τον Σαήλη.[16] Του έδωσε τα χρήματα που ζήτησε και είδε ότι είχε μαζί του έναν ακόλουθο. Και ο Δημοσθένης είχε τον πράκτορα του Εσφαίρ, ο οποίος αποκεφάλισε τον Σαήλη και επέστρεψε τα χρήματα στον Δημοσθένη. Ο ακόλουθος του Σαήλη είχε ξεφύγει. Ο Δημοσθένης επέστρεψε στο σπίτι του.

Μια νέα έκπληξη τον περίμενε όταν συνάντησε τον κλητήρα στο υπουργικό συμβούλιο και του ανακοίνωσε πως η παρουσία του δεν ήταν επιθυμητή, γιατί είχε πέσει σε δυσμένεια με εντολή του Δεληγιάννη, ο οποίος έμαθε από τον διευθυντή της αστυνομίας, τον Μικρίαμνο ότι ο Δημοσθένης συνεργαζόταν με τις τουρκικές αρχές. Ο διευθυντής της αστυνομίας είχε ξεθάψει τον φάκελο της επιτροπής σχετικά με την ανάκριση των γεγονότων της Θεσσαλονίκης και της απόδρασής του, αλλά δεν ένιωθε σίγουρος για μια κατά μέτωπο επίθεση με αποδείξεις.

Ο Μικρίαμνος είχε βεβαρημένο παρελθόν, καθώς γεννήθηκε φτωχός και έκανε περιουσία κάτω από σκοτεινές συνθήκες, τότε που ήταν πράκτορας της Ελλάδας, υπεύθυνος για τα νησιά υπό τουρκική κατοχή. Ο Δημοσθένης είχε μάθει τα καλά νέα από τον Περικλή για την κατάσταση στην Κρήτη και ευελπιστούσε να κερδίσει την χαμένη εύνοια της πολιτικής του φήμης με την ανακοίνωση αυτών των νέων. Ο Δημοσθένης ενημέρωσε τους υπουργούς και τους βουλευτές για την επέμβασή τους στην Κρήτη.[17] Τα στρατεύματα των Ελλήνων υπό τις διαταγές του συνταγματάρχη Τιμολέοντος Βάσου, συνενώθηκαν με τους συμπατριώτες και ξεσηκώθηκαν εναντίον των Τούρκων. Τα Χανιά απελευθερώθηκαν, οι Τούρκοι αναδιπλώθηκαν, η Κρήτη ήταν ελληνική. Ο Δημοσθένης ζήτησε την λαϊκή ψήφο εμπιστοσύνης για να διαπιστώσουν την έκταση της νίκης και να λογοδοτήσουν στον εντολοδόχο λαό και έκανε έκκληση στα κοινοβουλευτικά δικαιώματα. Προσκάλεσε τους βουλευτές σ’ ένα ταξίδι στην Κρήτη για να διαπιστώσουν ιδίοις όμμασι, αυτό που τους είχε ανακοινώσει. Με αυτό το πολιτικό κόλπο που παράβλεψε τον πρωθυπουργό, ανέκτησε την εμπιστοσύνη και την εύνοια των βουλευτών και των υπουργών του κοινοβουλευτικού σώματος. Η μοίρα του τον έβαζε μπροστά στο ίδιο δίλημμα: «Να προδώσει, να πει ψέματα ή να τα χάσει όλα;» Η Άρτεμη εξαφανίστηκε και αυτό το πλήγμα το ερμήνευσε ο Δημοσθένης σαν απόδοση τιμωρίας για αυτό και είπε στην Αγγέλα πως έφτιαξε τη δυστυχία του με τα ίδια του τα χέρια.

Το βιβλίο αυτό είναι το πρώτο μιας τριλογίας και επισφραγίζει την περιγραφή της πρώτης εποχής. Το επόμενο αναφέρεται στην δεύτερη εποχή και έχει τον τίτλο «Το μυστικό μιας γυναίκας».
Περισσότερα από τη Δήμητρα Σιδηροπούλου
[1] Σελ.27
[2] Σελ.61
[3] Σελ.64
[4] Σελ.85
[5] Σελ.95
[6] Σελ.117
[7] Σελ.121
[8] Σελ.132
[9] Σελ.135
[10] Σελ.137
[11] Σελ.292
[12] Σελ.315
[13] Σελ.338
[14] Σελ.355
[15] Σελ .361
[16] Σελ.368

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου


ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Ο χορός της αστραπής, Ήλια Λ.ΘεοφιλίδουΑγγελική μορφή, Πηνελόπη ΤσιάλαΣειρά βιβλίων ΩΟ, Σόφι ΆντερσενΏρα μηδέν, Αιμιλία ΠλατήΤο βαλς του ονείρου, Ελισάβετ ΔανέζηNow and Zen, Άγγελος ΜπάκαςΟνειρικές αφηγήσεις, The weird side tales
Το παραμύθι με τα παραμύθια, Α. ΠλατήΜια νύχτα ακόμη, Κώστας ΚρομμύδαςΔύο ιστορίες για ένα πρόσωπο, Δ. ΠαπαδόπουλοςΚάθε Ιούλιο επιστρέφω, Γ. ΜολέσκηςΕκεί που ανθίζουν οι κραυγές, Ν. ΒαρδάκαςΑριάδνη, Μαίρη ΚατσανίδουΟυμπούντου, Μάνθος Σκαργιώτης
Το αρπακτικό, Γκιλ Σκοτ-ΧέρονΑδέσποτος νους, Δήμητρα ΚωνσταντινίδουΒίβλος βιβλιοφίλων, Άγγελος ΜπάκαςΤο γιασεμί, Σταυρούλα ΝοβακίδουΟ Καπήλαρης
Ο παραμυθάς, Γ. ΠαπουλήςΤο αγκάθινο στέμμα, Θεόφιλος Γιαννόπουλος
Χάρτινος πύργος, Σοφία ΚατάραΗ τελευταία λέξη είναι της μοίρας, Μ. ΚατσούπηΟ Παρφές, Σοφιάννα ΠαϊδούσηOssimoro, Γιώργος ΜουτσινάςΠροσωρινή αιωνιότητα, Μαρκ Στραντ
Το βαλς της παγωμένης καρδιάς, Φωτεινή ΑγγελήΑναζητώντας φως, Β. Παπακώστας