Εγγραφή στο newsletter για να μη χάνετε τίποτα! *** 1ος Διαγωνισμός Παραμυθιού koukidaki: Το διαγωνιστικό κομμάτι έχει ολοκληρωθεί και έχουν ανακοινωθεί οι νικητές. Έρχονται νεότερα για την έκδοση! *** Κατεβάστε ΔΩΡΕΑΝ ebooks ΕΔΩ! *** Αν σας αρέσει το θέατρο -παρακολουθείτε όλα τα είδη- ή έχετε άποψη για μουσικά άλμπουμς ή για ταινίες ή διαβάζετε λογοτεχνικά έργα κ.λ.π. και επιθυμείτε να μοιράζεστε τις εντυπώσεις σας μαζί μας, επικοινωνήστε με το koukidaki. Αρθρογράφοι, κριτικογράφοι, άνθρωποι με ανάλογη κουλτούρα ζητούνται! *** Δείτε τις προγραμματισμένες ημερομηνίες των κληρώσεων στη σελίδα των όρων.
ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΒΙΒΛΙΑ ακολουθώντας τους συνδέσμους. Μυθιστορήματα: Αναστρέψιμα υλικά * Επιστροφή στο Highgate * Το ποτάμι * Τα τεμάχια * Τα άυλα θηρία της ψυχής * Amor Fati * Το αίνιγμα του Ερωτόκριτου * Ενώπιον του βασιλιά * Blackbird * Άμνετ * Innuendo * Ο Λύχνος * Χριστίνα ** Θέατρο: Άκουσε τα κύματα ** Διηγήματα: Νάντια μου, ο ήλιος της Βοστώνης * Νιώθω ** Ποίηση: Ρέουσα σιωπή * Το τίποτα που πλέει ευτυχισμένο * Το παιδί και ο άγγελος * ΣυμΠτώματα * Καρδιόσχημα * Ουά * Ναίφως ** Νουβέλα: Αγαπητή μου Ευδοξία * Απαγορευμένη αίθουσα ** Άλλα: Έρως λυσιμελής * Γνώθι σεαυτόν * Ό,τι γυρίζει γύρω μας * Σειρά Παράξενες Μέρες στην Ευρώπη ** Παιδικά - Εφηβικά και Παραμύθια: Δεν υπάρχει τέλος * Η μάγισσα Βρωμίλα

Τετάρτη, 30 Σεπτεμβρίου 2020

Η «κροτίδα»

Δανάη, η ρεπόρτερ

Οι οδηγίες-διαταγές ήταν σαφέστατες και οι αντιρρησίες έφεραν ακέραια την ευθύνη για τις όποιες ποινές θα επιβάλλονταν και που θα ήταν αυστηρότατες και κυρίως χρηματικές, γιατί αυτές είναι που… πονάνε περισσότερο.
Απαγορεύονταν λοιπόν οι κροτίδες, τα βεγγαλικά, που υπό ομαλές συνθήκες θύμιζαν, στα μικρά παιδιά πρωτίστως, πεδίον μάχης την αυλή της εκκλησιάς τους. Έτσι και τούτη τη φορά, δευτερόλεπτα πριν ο παπάς ψάλλει το Χριστός Ανέστη με τον κόσμο και λαό να βρίσκεται μέσα κι έξω από το ναό (σημειώστε δεν είχε ενσκήψει ακόμη ο covid), ένας κρότος που ισοδυναμούσε όσο με 100 κροτίδες μαζί, αναστάτωσε τον κόσμο και δεν άφησε τζάμι για τζάμι γερό στη γειτονιά τη μικρή, όπου και το σπίτι της Δανάης.
Ευνόητο ήταν ότι μόλις πέρασαν τα πρώτα λεπτά πανικού και οι κάτοικοι διαπίστωσαν ότι δεν γινόταν βομβαρδισμός και μάλιστα επιλεκτικά μόνον στη μικρή τη γειτονιά, ναι μεν ξεθάρρεψαν, αλλά βλέποντας τις ζημιές στις τζαμαρίες τους έγιναν έξαλλοι από θυμό και ζητούσαν από τους προστρέξαντες αστυνομικούς, την κεφαλήν επί πίνακι του ταραξία ασεβή ή τρομοκράτη.
Διακόπηκε η θεία λειτουργία και οι κάτοικοι ταμπουρώθηκαν στα διάτρητα πλέον σπίτια τους φοβούμενοι πιθανή συνέχεια του φαινομένου. Κανείς δεν θυμόταν να έχει ξανασυμβεί κάτι παρόμοιο σε μια ιερή στιγμή, πράγμα που τους έκανε να καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι ήταν έργο τρομοκράτη και μάλιστα αλλόθρησκου ή άθεου που δεν πίστευε σε ιερά και όσια.
Άρχισαν, επιφυλακτικά στην αρχή, απροκάλυπτα στη συνέχεια, να υποπτεύονται τον φονταμενταλιστή Μωαμεθανό τυρέμπορο γείτονά τους, ο οποίος σε ανύποπτες στιγμές, μιλούσε με πάθος για την αναγκαιότητα της εξάπλωσης του Ισλαμισμού ανά την Υφήλιο, μη διστάζοντας, και με την ανοχή των αρχών, να καταφέρεται κατά του Χριστιανισμού και να ομολογεί ότι ήταν ταγμένος και απηνής εχθρός του. Οι καλόβολοι συμπολίτες του του έλεγαν: «Μα αφού εσύ ούτως ή άλλως δε παραδέχεσαι ότι ο Ιησούς υπήρξε, τι ασχολείσαι μαζί Του;»
Έτσι λοιπόν τον αναζήτησαν, και με πολύ άσχημες προθέσεις είναι η αλήθεια, όντες σίγουροι για την ενοχή του. Ζητούσαν πρώτα να του δημεύσουν οι αρχές την περιουσία για να αποζημιωθούν τα πολλά νοικοκυριά που επλήγησαν, όπως βάναυσα επλήγη και η θρησκευτικότητα των πιστών. «Να που οδηγεί η υπερβολική ανεκτικότητα κι ο μη φραγμός των τσιχαντιστών», μουρμούριζαν άλλοι κρυφά άλλοι φανερότατα.
Τον αναζήτησαν λοιπόν, μα δεν τον βρήκαν πουθενά.

«Ορίστε κι άλλη μία απόδειξη της ενοχής του. Έκανε το κέφι του το κάθαρμα και τώρα λούφαξε περιμένοντας να περάσει ο αχός που συνήθως κρατάει δέκα μέρες και μετά σιωπή, όπως έλεγε αείμνηστος πολιτικός».

Η Δανάη ήταν πολύ θυμωμένη τόσο για τα έξοδα αποκατάστασης της τζαμαρίας όσο και για την ασέβεια του δράστη. Έδωσε δε ιερή υπόσχεση ότι όπου κι αν είχε κρυφτεί το κτήνος θα το ξετρύπωνε για να τιμωρηθεί αλλά και να πληρώσει μέχρι και το τελευταίο τζαμάκι σπιτιού.
Η τζαμαρία του σπιτιού της Δανάης ήταν πανάκριβη και της ήταν ιδιαίτερα αρεστή γιατί η όλη κατασκευή ήταν δώρο της γιαγιάς Πέρσας για το πτυχίο Δημοσιογραφίας που πήρε η αγαπημένη της εγγονή. Συνετέλεσε στο να γίνει το σπιτικό ένας μικρός Παράδεισος ησυχίας με την μόνωση που παρείχε και που ξεκούραζε το κορίτσι από τους θορύβους της πολύβουης γειτονιάς. Και τώρα, τα τζάμια θρύψαλα. Θα τα αντικαθιστούσε βέβαια, γιατί πέρα από τη σημειολογία δωρεάς και δωροθέτη υπήρχε το πρόβλημα της ασφάλειας του σπιτιού και της ίδιας που έχριζε άμεσης αποκατάστασης, όπως και αυτά των άλλων κατοίκων που εν μέσω Ανοίξεως είχαν γίνει καλοκαιρινά! Έως ότου δε να γίνει η παραγγελία και να έρθει η σειρά του καθενός, θα περνούσε κάμποσος καιρός. Δεν έφταναν οι τόσες έγνοιες που είχε ο κόσμος άλλη μία τώρα προέκυψε από το πουθενά, με την ευκαιρία ενός γελοίου εθίμου όπως αυτό του σαϊτοπόλεμου των περιοχών της Ελλάδας, που δεν είναι λίγες οι φορές που προκάλεσε τραυματισμούς και ακρωτηριασμούς ακόμη.
Ο μόνος τυχερός της ιστορίας ο "τζαμάς" της περιοχής, ο κύριος Αρτέμης Παρετεμπίου, που με τις χρυσές δουλειές που προέκυψαν επαναπροσέλαβε τους υπαλλήλους του που είχε απολύσει λόγω αναδουλειάς, όπως τόσοι και τόσοι επιχειρηματίες ένεκα της επάρατης κρίσης. Μπορεί ίσως να μη το ομολογούσε ούτε στον εαυτό του τον ίδιο αλλά ενδόμυχα ευγνωμονούσε τον δολιοφθορέα που ξανάδωσε ζωή σε μια ετοιμοθάνατη επιχείρηση και κατ’ επέκταση ψωμί σε τόσους συνανθρώπους του. «Ο θάνατός σου η ζωή μου», κοντολογίς.

Η Δανάη έθεσε στον εαυτό της ένα εύλογο ερώτημα: ποιος έβγαινε κερδισμένος από τη ζημιά;
Πρώτος στο στόχαστρο ο φονταμενταλιστής τυρέμπορος ο οποίος κατάφερε να καταστρέψει μια ιερή στιγμή, την ιερότερη ίσως, της Χριστιανοσύνης η οποία και μετατέθηκε μια ολόκληρη ώρα αργότερα. Την έκανε την ζημιά του ο αδίστακτος πληγώνοντας το θρησκευτικό φρόνημα ενός λαού που τον φιλοξενούσε προσφέροντάς του άσυλο όταν ζήτησε την προστασία της Ελληνικής Πολιτείας κυνηγημένος από τους ομοϊδεάτες και ομόθρησκους συμπατριώτες του. Μα όχι, δεν ήταν αυτός ο δολιοφθορέας. Αποδείχτηκε ότι εδώ και μία εβδομάδα νοσηλευόταν, σε κρίσιμη κατάσταση στη Μ.Ε.Θ. μεγάλου νοσοκομείου από τροχαίο. Στην δε κατάσταση που βρισκόταν ήταν αδύνατον να είχε αναθέσει σε κάποιον άλλο δικό του φίλο και εξίσου φανατικό να ενεργήσει αντ’ αυτού!
Δεν ήταν λοιπόν αυτός. Όχι.
Μα τότε; Ποιος είχε συμφέρον από την υλική καταστροφή αλλά και την θρησκευτική;
Η Τρομοκρατία! Τι άλλο;
Λες;
Σε ώρες ιερής κατάνυξης να ήθελε να φέρει αναταραχή και αναμπουμπούλα, στο Χριστεπώνυμο πλήθος; Πάλι καλά που δεν υπήρχαν και νεκροί, κατά την προσφιλή τους συνήθεια. Μα τρομοκρατία, χωρίς την ανάλογη μπροσούρα που να περνάει το Πολιτειακό σύστημα γενεές δεκατέσσερις δεν νοείται και μια τέτοια λίβελος δεν είχε σταλεί στα ΜΜΕ ούτε είχε αναρτηθεί πουθενά. Μα επειδή ο λαός είχε αγριέψει αφήνοντας τους καναπέδες του και διαδηλώνοντας στις πλατείες, απαιτούσαν την άμεση σύλληψη των υπόπτων και τη σοβαρή ανάκρισή τους με την προσαγωγή τους στα κεντρικά της ΕΛΑΣ. Οπότε η τρομοκρατία αναγκάστηκε να στείλει μία προκήρυξη που όμως πολύ απείχε από αυτήν που όλοι περίμεναν. Ούτε λίγο ούτε πολύ διαβεβαίωναν, επί τω λόγω της τιμής τους -κατ’ ευφημισμό η λέξη βέβαια- ότι «δεν είχαν την παραμικρή ανάμειξη με τέτοιες φτηνές υποθέσεις».
Μα τότε Δανάη μας, ποιος;
Όχι θρησκευτικό μίσος…
Όχι τρομοκρατικό μένος…
Ποιος λοιπόν;
Ας πάρουμε τη βοήθεια του κοινού!

«Κυρία, κυρία, ο Μιχαλάκης θα ήταν. Βρε το μπαγάσα, το 'πε και το ‘κανε. Μας έλεγε πόσο πολύ ζήλευε τον σαϊτοπόλεμο της Καλαμάτας, ένα έθιμο που χάνεται στα βάθη της Ιστορίας, και ότι αυτές οι
στρακαστρούκες και τα βαρελότα της πόλης δεν είναι παρά μόνο αυτό που είπε, στράκαστρούκες για βρέφη».
Από το αυτί λοιπόν το Μιχαλάκη και στον Εισαγγελέα.
«Αφεντικό δεν είμαι αυτός που ψάχνετε. Τι δηλαδή; Πήρα ένα μπουρλότο έστω και μεγάλης ισχύος και το άναψα για να καταστρέψω νοικοκυριά και ανάμεσα σ’ αυτά και το δικό μου; Προκαλείς έτσι τον θαυμασμό; Ποιων; Να βλέπω τη μάνα να κλαίει μαζεύοντας με σκούπα και φαράσι, το "κονφετί" από γυαλί; Δεν μπορώ να βλέπω γυναίκες να κλαίνε πόσω μάλλον τη μάνα μου. Δεν είμαι εγώ αφεντικό, στο λέω και αμαρτίαν ουκ έχω, που λέει η γιαγιά μου. Μη χάνεις τον καιρό σου μαζί μου. Να, σου φιλάω σταυρό. Μα τω Θεώ σου λέω».
Και ο Εισαγγελέας με τον Ανακριτή, μαθημένοι να διαβάζουν πίσω από τις λέξεις και κάτω από τις γραμμές, τον πίστεψαν.
Ούτε ο Μιχαλιός λοιπόν…
Ε μα ποιος ρε συ Δανάη;…
Μήπως να ζητούσαμε την βοήθεια της Πέρσας σου;

«Γιαγιάκα μου τι λες κι εσύ; Δεν αφήσαμε κάποιον που να μην τον υποπτευτούμε».
«Μωρό μου εμένα κάπου πηγαίνει το μυαλό μου είναι τόσο απλή η σκέψη που έκανα και θα την κάνατε ίσως κι εσείς και γι’ αυτό σας δυσκολεύει. Δεν θα σου πω. Αφήνω τη δόξα σε εσένα. Σε μία ώρα από τώρα θα σε πάρω να μου πεις. Μη με απογοητεύσεις σε παρακαλώ, που να ‘χεις την ευχή μου. Και αν δεν συμφωνήσεις μαζί μου θα σημαίνει ότι αποτύχαμε και οι δυο μας και αμαυρώσαμε ένα ντετεκτιβικό prestige που κρατάει κατά πως ξέρω γενεές τώρα. Σ’ αγαπάω και τα λέμε. Σε μία ώρα είπαμε».
«Γιαγιά, γιαγιά μου, τον βρήκα τον κανάγια. Είμαι σίγουρη ότι θα συμφωνήσεις μαζί μου. Είναι ο τζαμάς! Ε, γιαγιά;
»Σε καιρό ισχνών αγελάδων, αυτός θα τρώει με χρυσά κουτάλια που λένε, αφού του έπεσε τόση πολλή δουλειά μαζεμένη»…
«Μπίνγκο το μηλαράκι μου που έπεσε ακριβώς κάτω από τη μηλιά. Ήταν ποτέ δυνατόν να παρεκκλίνει;»
«Πώς όμως το αποδεικνύουμε αυτό; Έχουμε μόνο μία υποψία κι απόδειξη καμία».
«Θα τον αιφνιδιάσουμε κατόπιν αδείας που θα πάρουμε από τον Αρχηγό της ΕΛΑΣ που τυγχάνει και αυτός φίλος μου γιος του αείμνηστου Γεωργίου που τον εκτιμούσα τόσο».

Δεν πέσαμε λοιπόν έξω. Τα μυαλά μας ένα εκρηκτικό δίδυμο πολύ ισχυρότερο της κροτίδας του τζαμοκαταστροφέα που διάλεξε αυτή τη συγκυρία για να θεωρηθεί σαν ένα από τα έθιμα και δεν αποσκοπούσε σε οφέλη επαγγελματικά.

«Θα πας στο μαγαζί του, με συνοδεία δύο αστυνομικών, που παρά τις διαμαρτυρίες του θα του φορέσουν χειροπέδες και πού θα πάει, κάποια στιγμή θα σπάσει. Και αν μία στο εκατομμύριο αποδειχτεί ότι πέσαμε έξω και δεν είναι αυτός ο δράστης, θα ζητήσουμε ταπεινά συγγνώμη και θα ισχυριστούμε ότι η κίνησή μας αποσκοπούσε στο ξεγέλασμα του πραγματικού καταστροφέα ότι βρέθηκε ο ένοχος και να αποσείσει την όποια πιθανή υποψία από το άτομό του.
»Το θέμα χρειάζεται λεπτούς χειρισμούς και άπτεται των ικανοτήτων των ειδικών αρχών, Εισαγγελέα, Αρχηγού της Αστυνομίας και ανακριτού.
»Εμείς τελειώσαμε εγγονή μου αγαπημένη».

👣

Copyright © Λένα Μαυρουδή-Μούλιου All rights reserved, 2020
Πρώτη δημοσίευση
Εικοστό έκτο επεισόδιο της σειράς «Δανάη, η ρεπόρτερ». Ξεκινήστε από το πρώτο μέρος εδώ! Συνεχίστε με το επόμενο εδώ!
Στη συνοδευτική εικόνα βλέπετε έργο της Carolyn Eardley
Επιμέλεια κειμένων: Τζένη Κουκίδου

ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Ναίφως, Φυλλένια ΣφουγγάρηΆμνετ, Μάγκι Ο'ΦάρελΧριστίνα, Δέσποινα ΜυστακίδουΣυμΠτώματα, Χρίστος ΤσιαήληςΓνώθι σεαυτόν, Μαρία ΠανέτσουInnuendo, Πέτρος ΜπράιλαςΑπαγορευμένη αίθουσα, Φωτεινή Αποστολοπούλου
Η καρδιά που γυρνάει, Το δέρμα είναι η ελαστική θήκη που περιβάλλει το σώμα ολόκληρο, Τα τετράδια ενός θηλαστικού, Φως έρωτας θάνατοςΟυά, Ο φιμωμένοςΌ,τι γυρίζει γύρω μας, Κ. Ευαγγέλου-ΚίσσαΝέλλη Σπαθάρη, Amor FatiΡέουσα σιωπή, Πόπη ΚλειδαράΤα άυλα θηρία της ψυχής, Ευαγγελία ΤσακίρογλουΕνώπιον του βασιλιά, Γρηγόρης Παπαδόπουλος
Ο Λύχνος, Γιώργος ΜανέτταςΤο αίνιγμα του Ερωτόκριτου, Βασιλική ΜακρήΝιώθω, συλλογικό βιβλίο με διηγήματα
Η μάγισσα Βρωμίλα, Φωτεινή ΖαχαριουδάκηΚαρδιόσχημα, Όλγα ΑχειμάστουBlackbird, Matthias BrandtΔεν υπάρχει τέλος, Μαρία Καβούρη