1ος Διαγωνισμός Παραμυθιού koukidaki - Διαβάστε τα κείμενα που συμμετέχουν, βαθμολογήστε ή σχολιάστε τα! *** Κατεβάστε ΔΩΡΕΑΝ ebooks ΕΔΩ! *** Αν σας αρέσει το θέατρο, παρακολουθείτε όλα τα είδη και επιθυμείτε να μοιράζεστε τις εντυπώσεις σας μαζί μας, επικοινωνήστε με το koukidaki. Αρθρογράφοι, κριτικογράφοι, άνθρωποι με ανάλογη κουλτούρα ζητούνται! *** Δείτε τις προγραμματισμένες ημερομηνίες των κληρώσεων στη σελίδα των όρων.
ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΒΙΒΛΙΑ ακολουθώντας τους συνδέσμους. Μυθιστορήματα: Το αγόρι που δεν ήθελε να μεγαλώσει * Πέρα από τις οκτάβες * Ωκεανός * Ψίθυροι εραστών * Η κληρονομιά του αίματος * Λίλιθ και Λασθινία * Το μαντήλι της Θέμιδος * Ανατομία ενός καλλιτέχνη ** Θέατρο: Άκουσε τα κύματα * Ταξίδεψα για να σε βρω ** Διηγήματα: Ευτυχώς που δεν πάθαμε τίποτα * Σκοτεινά φεγγάρια ** Ποίηση: Ως εδώ βυθίζομαι * Ευδόκιμο μέλι * Ένα δέντρο λιβάνι και πάλι ο ξηρανθός * Σώματα δίχως χρόνο * Λαξεμένοι ψίθυροι ** Νουβέλα: Ενηλικίωση * Η σιωπή της Περσεφόνης * Όταν η μοίρα εκδικείται ** Παιδικό: Τύχη... Ουρανοκατέβατη ** Δοκίμιο: Συμβολή στην ιστορία της Κασσάνδρας ** Άλλα: Αλφισμός

Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2020

Η ευρετή

Φιλίππου Φιλίππου


Πολλές ήταν οι φορές που μικρός μου άρεσε να πηγαίνω στην γιαγιά μου την «Τζιρκάκα» αν και το πραγματικό της όνομα ήταν Κυριακή όμως αν δεν την αποκαλούσες με το «Τζιρκάκα» δεν επρόκειτο να την έβρισκες, έστω και αν το χωριό όλο και όλο 500 κάτοικοι είχαν απομείνει και καμιά άλλη δεν υπήρχε με το βαφτιστικό της όνομα το Κυριακή.
Ναι μου άρεσε να πηγαίνω στην γιαγιά μου (μητέρα του πατέρα μου) γιατί εκτός από πλούμισμα «λεφτά» που μου έδινε πάντοτε κρυφά από τον παππού και σύζυγο της «Φιλιππιά» από το Φίλιππο του οποίου και φέρω το δικό μου όνομα ήταν γιατί πάντοτε με συνέπαιρναν και με μάγευαν τα παραμύθια και μύθοι που μου έλεγε. Πότε για δράκους και τέρατα και πότε για πριγκίπισσες και μάγισσες. Όμως εκείνο που μου άρεσε και με μάγευε περισσότερο από όλα ήταν το παραμύθι ή μύθος (αυτό εσείς θα το κρίνετε στο τέλος) με την «ευρετή» έτσι αποκαλείται η ανακάλυψη τυχαία κάποιας μεγάλης ποσότητας από χρυσά νομίσματα ή αντικειμένων μεγάλης χρηματικής αξίας που είχε βρει όλος τυχαία ο δικός της ο παππούς.
Όσο και αν προσπάθησα να μάθω αν ήταν πραγματική ιστορία ή μύθος δεν έχω καταλήξει ακόμη και σήμερα σε ασφαλή συμπεράσματα. Η γιαγιά «Τζιρκάκα» που λέτε πάντα επέμενε μέχρι και την τελευταία της πνοή ότι αυτά που μου διηγούτανε ήταν αλήθεια. Ο γιος της και πατέρας μου όταν ήμουν
μικρός, αλλά και αργότερα μέχρι και σήμερα όταν του το αναφέρω πάντα γελάει και μου έδινε και ακόμα συνεχίζει να μου δίνει αντιφατικά μηνύματα.
Όσο για την μητέρα μου και πεθερά της «Τζιρκάκας» αυτή μου έλεγε κουνώντας και το χέρι της «άτε τωρά που έκατσες τζαι την ακούεις που σου λαλεί παραμύθκια και μύθους» ενώ στην μεγάλη μου επιμονή μου έλεγε «ε, τότε πήγαινε και ψάξε εκεί που σου είπε ότι βρίσκεται η ευρετή με τα χρυσά νομίσματα τζαι βρέστην».
Η γιαγιά από την άλλη δεν ήθελε και πολλά για να αρχίσει την συγκεκριμένη ιστορία. Πάντα την γύρευε την αφορμή ποσό μάλλον όταν εγώ της το ζητούσα να μου την διηγηθεί. Έτσι για να καταλάβετε από τις πολλές φορές την είχα μάθει απέξω και όταν πια στα βαθιά γεράματα της, μου την διηγούτανε είχα φτάσει στο σημείο και να την διορθώνω κάποιες φορές, όσο για τις κινήσεις των χεριών και του προσώπου της ακόμα τις φέρνω με πολλή ευκολία στο μυαλό μου.
Μα ποια τέλος πάντων ήταν αυτή η ιστορία της γιαγιάς «Τζιρκάκας» που με είχε και ακόμα σήμερα με έχει στιγματίσει τόσο;
Πάντοτε την ιστορία την άρχιζε με την εξής τοποθέτηση ότι αν είχε τον νου του ο παππούς της ο «Τσαγκάρης» έτσι τον αποκαλούσε σήμερα θα ήμασταν όλοι πλούσιου θα είχαμε τα πάντα και δεν θα χρειαζόμασταν να δουλεύουμε.
Η τοποθέτηση της αυτή πάντα με ξάφνιαζε, έτσι την ρωτούσα αν με αυτά εννοεί ότι και εγώ θα είχα περισσότερα γλυκά, σοκολάτες και γαριδάκια από το μπακάλικο της γειτονίας, η ίδια χαμογελώντας κουνούσε το κεφάλι της καταφατικά. Όταν είχα μεγαλώσει λίγο περισσότερο και ήθελα να πάρω το πρώτο μου ποδήλατο για το οποίο είχα κουράσει αρκετά τον πατέρα μου μέχρι να τον πείσω να μου το αγοράσει δεν δίστασα να του αναφέρω σαν επιχείρημα την χαμένη «ευρετή» που βρισκόταν κάπου κρυμμένη στο μισογκρεμισμένο σπίτι των γονιών της γιαγιάς «Τσιρκάκας» δεν κατάλαβε το γιατί και εκεί που περίμενα να θυμώσει με το πείσμα μου ξέσπασε σε τρανταχτά γέλια φωνάζοντας και την μητέρα μου για να της αναφέρει το επιχείρημα μου η οποία μητέρα μου όπως ήταν φυσικό και αυτή με την σειρά της ξέσπασε στα γέλια. Αν και τότε δεν πολύ κατάλαβα το γιατί την επόμενη μέρα μου αγόρασαν το πρώτο κόκκινο ποδήλατο μου αναφέροντας μου χαρακτηριστικά να πάω στην γιαγιά και να της αναφέρω ότι θα πληρωθεί η αγορά του ποδηλάτου μου από την χαμένη «ευρετή» όταν θα βρεθεί.
Μετά από όλη αυτή την εισαγωγή νομίζω ότι έχει φτάσει η ώρα να ακούσετε αυτή την ιστορία, παραμύθι θα το ονόμαζα εγώ καλύτερα το οποίο θα σας διηγηθώ όπως ακριβώς μου το είχε διηγηθεί τόσες και τόσες φορές η γιαγιά «Τσιρκάκα». Ακουστέ το λοιπόν με προσοχή…

Πριν από πάρα πολλά χρόνια επί καιρό Τουρκοκρατίας στην Κύπρο υπήρχε στο χωριό μας ένα μικρό μοναστήρι αφιερωμένο στον Άγιο Νικόλαο (το συγκεκριμένο μοναστήρι υπάρχει μέχρι σήμερα στο οποίο ασκητεύουν γυναίκες μονάχες). Στο εν λόγο μοναστήρι τότε υπήρχαν άντρες μοναχοί.
Λόγω του γεγονότος ότι οι Τούρκοι (Οθωμανοί) κατακτητές ήταν σκληροί και βάρβαροι λεηλατώντας τις περιούσιες των χριστιανών και κλέβοντας τους παράλληλα διάφορα αντικείμενα αξίας κυρίως σε χρυσό και ασήμι είχαν αποφασίσει οι χωρικοί και τα έκαναν δωρεά στο μοναστήρι έτσι ώστε να μπορέσουν από την μια να προστατευτούν και να μην πέσουν στα χεριά των αλλόθρησκων Οθωμανών και από την άλλη πιστεύοντας ότι έτσι ο Άγιος θα τους βοηθούσε και θα τους προστάτευε μετά από μια τέτοια πράξη. Η χαρακτηριστική αυτή πράξη των «ραγιάδων» χωρικών δεν άργησε να φτάσει στα αυτιά των Τούρκων Οθωμανών που από την μια είχαν γινεί έξαλλοι από τον τρόπο που είχαν σκεφτεί οι Χριστιανοί ραγιάδες και από την άλλη τυφλωθήκαν μόνο και μόνο στην ιδέα ότι θα γίνονταν πλούσιοι. Έτσι δεν αργήσαν να καταφθάσουν με αλόγα, όπλα και σπαθιά στο μοναστήρι.
Οι μοναχοί το είχαν υποψιαστεί ότι μπορούσε να συνέβαινε αυτό, είχαν κρύψει σε μια μεγάλη «μαγείρισσα» (οικιακό σκεύος) όλα τα χρυσά νομίσματα και αντικείμενα και τα τοποθέτησαν σε ένα χωράφι μέσα σε κάτι πέτρες που υπήρχαν το οποίο βρισκόταν μεν αρκετά μακριά από το μοναστήρι αλλά υπήρχε πολύ καλή οπτική επαφή από το μοναστήρι. Όταν πλησίασαν οι Τούρκοι το μοναστήρι οι μοναχοί τους είχαν αντιληφθεί από τον θόρυβο και τις φωνές που έκαναν και πρόλαβαν να κρυφτούν. Έτσι μπαίνοντας οι Τούρκοι στο μοναστήρι δεν βρήκαν τους μοναχούς. Όσο και αν έψαξαν όλη μέρα δεν βρήκαν τίποτα από αυτά που έψαχναν. Οι ίδιοι είχαν οργιστεί τόσο πολύ με αυτή την εξέλιξη που αρχίσαν να βρίζουν και να σπάνε ότι έβρισκαν μπροστά τους. Σε μια στιγμή και μετά από όλα αυτά είχαν διψάσει έτσι πήγαν κοντά στο πηγάδι που υπήρχε εκεί όπου είχαν δέσει και τα ζώα τους στους κορμούς των τριών μεγάλων κυπαρισσιών για να πάρουν νερό να ξεδιψάσουν και να ξεθυμάνουν από την οργή τους (να αναφερθεί ότι ακόμη και σήμερα υπάρχει το συγκεκριμένο πηγάδι όπως και τα κυπαρίσσια) εκεί τότε συνέβη το εξής, ο Τούρκος αρχηγός είχε δει τον ίσκιο του μοναχού που ήταν κρυμμένος πάνω στο κυπαρίσσι μέσα στο νερό του πηγαδιού. Έτσι τον κατέβασαν κάτω με την απειλή των οπλών αυτόν αλλά και τους υπολοίπους μοναχούς που είχαν κρυφτεί και εκείνοι εκεί. Όσο και αν τους βασάνισαν όσο κα αν τους ταλαιπώρησαν η γιαγιά «Τζιρκάκα» μου ανέφερε ότι τους έβγαλαν όλα τα νύχια τους με το ίδιο εργαλείο που αφαιρούσαν τις μακριές μεγάλες βελόνες που κάρφωναν στα πέταλά των γάιδαρων, αυτοί όμως δεν έλεγαν τίποτα.
Στην συνέχεια προσπάθησαν να τους σουβλίσουν τα ματιά με καυτερό μεταλλικό αντικείμενο χωρίς να αναφέρουν το παραμικρό για τα χρυσά νομίσματα. Το όλο μαρτύριο των μοναχών κράτησε τρεις μέρες και τρία βράδια χωρίς να μπορέσουν να βγάλουν την παραμικρή πληροφορία από το στόμα τους. Αφού είδαν και παραείδαν οι Οθωμανοί κατακτητές τους σκότωσαν και του έριξαν όλους στο πηγάδι.
Το μοναστήρι έμεινε αλειτούργητο και εγκαταλειμμένο χωρίς ποτέ κανείς να μάθει που ήταν κρυμμένα τα χρυσά νομίσματα.
Μια μέρα ο πάππους της γιαγιάς, ο «Τσαγκάρης» πήγε στο χωράφι που διατηρούσε παίρνοντας μαζί του και ένα άλλο συχωριανό του για να τον βοηθήσει να μετακινήσουν τις πέτρες και να καθαρίσουν το χωράφι. Έτσι μετακινώντας τις πέτρες ανακάλυψαν την «ευρετή» γεμάτη χρυσά νομίσματα και ένα μεγάλο χρυσό σταυρό. Τόση μεγάλη ήταν η χαρά τους που όχι μόνο αφήσαν την δουλειά τους στην μέση αλλά τα φόρεσαν πάνω τους και στα γαϊδούρια και τραγουδώντας από χαρά επέστρεψαν στο χωριό και μάλιστα επιδεικνύοντας τα και χλευάζοντας τον Τούρκο προύχοντα του χωριού αναφέροντας του συγκεκριμένα ότι τώρα αυτοί ήταν πιο πλούσιοι και από αυτόν.
Την επόμενη κιόλας μέρα αφού προηγούμενος τα διαμοίρασαν μη ξέροντας πώς να διαμοιράσουν το σταυρό αποφάσισαν να μεταβούν στην «χώρα» την πρώτευσα παίρνοντας μαζί τους τα ζώα τους σε ένα Χριστιανό που ασκούσε το επάγγελμα του «καλλικά» (πεταλωτής ζωών) για να τους τα περιποιηθεί και να τους δώσεις και διάφορες πρώτες ύλες για να τις φέρουν μαζί τους. Ενώ ως ανταμοιβή θα του έδιναν το χρυσό σταυρό όπως και έγινε.
Ο «καλλικάς» που ονομαζόταν Χατζησάββας είχε υποψιαστεί ότι κάτι δεν πήγαινε καλά στην όλη κουβέντα και έφτιαξε ένα άλλο ψεύτικο χωρίς κάποια αξία για κάθε ενδεχόμενο.
Επιστρέφοντας οι δυο χωρικοί πίσω στο χωριό τους, τους περίμεναν στρατιά από πάνοπλους Τούρκους τους οποίους φρόντισε να ειδοποιήσει ο Τούρκος προύχοντας του χωριού. Έτσι αφού τους έδειραν, τους εξευτέλισαν και τους ταπείνωσαν τους πήραν όλα τα χρυσά νομίσματα της «ευρετής» τους. Απουσίαζε όμως ο χρυσός σταυρός τον οποίο είχε δει ο Τούρκος προύχοντας με τα ίδια του τα μάτια, έτσι οδήγησαν τους Τούρκους στην παρουσία τους στην χώρα στο Χατζησάββα ο οποίος του υπέδειξε ένα άλλο σταυρό. Φυσικά οι δυο χωρικοί το είχαν καταλάβει ότι αυτός ήταν ένα άλλος ψεύτικος και το κυριότερο χωρίς χρηματική αξία. Αφού κοιτάχτηκαν με νόημα αποφάσισαν μιας και οι Τούρκοι ήταν από πάνω τους με τα όπλα στραμμένα κατά πάνω τους και επιβεβαίωσαν ότι επρόκειτο για τον ίδιο σταυρό.
Έτσι η γιαγιά «Τσιρκάκα» στο συγκεκριμένο σημείο έκανε μια παύση και έπαιρνε πάντοτε μια βαθιά αναπνοή για να συνεχίζει αναφέροντας μου τον εξής διάλογο μεταξύ των χωρικών όταν ο άλλος χωρικός είχε αναφέρει στον παππού της αργότερα ότι δεν ήταν ο ίδιος σταυρός ο παππούς της απάντησε με την εξής φράση «εν τον έφαε ο γάρος εφαντόν ο άππαρος» η οποία και σήμαινε με άλλα λόγια στην συγκεκριμένη περίπτωση ότι αφού εμείς δεν τα καταφέραμε και δεν τον έχουμε δικό μας το χρυσό σταυρό τι σε νοιάζει αν τον πήραν οι Τούρκοι ή αν έχει μείνει στα χέρια του Χατζησάββα. Επίσης η γιαγιά μου ανέφερε ότι με εκείνο το χρυσό σταυρό κατάφερε να κτίσει ολόκληρη πολυκατοικία και να αγοράσει ακίνητα τα οποία μέχρι την σήμερον φέρουν το όνομα του.
Τελειώνοντας την ιστορία παραμύθι της πάντα μου ανέφερε χαρακτηριστικά «το χωράφι της Αρκήρας εσσει που κάτω που τα χώματα του χωσμένη την ευρετή του Τσαγκάρη» για να συνεχίσει «ψάξε τζαι σκάψε για την έβρεις να γίνεις πλούσιος» εγώ μαγευόμουν από μικρός στο άκουσμα μόνο και μόνο αυτής της «παρατζελίας» οδηγίας που μου έλεγε η γιαγιά «Τζιρκάκα» και δεν το κρύβω ότι ακόμα και σήμερα σε αυτούς τους δύσκολους καιρούς που ζούμε περνά από το μυαλό μου.
Ξέχασα να σας πω ότι το συγκεκριμένο χωράφι οικόπεδο με το γκρεμισμένο πια πληθαρένιο σπίτι της Αρκήρας (έτσι λεγόταν η μητέρα της γιαγιάς) το είχε κληρονομήσει από τον Τσαγκάρη βρίσκεται στην μέση του χωριού και ανήκει στον πατερά μου… πιθανόν αύριο και σε μένα… λέτε τελικά να μην ήταν παραμύθι ή μύθος η ιστορία και να ήταν πραγματικότητα… λέτε δηλαδή ότι πιθανό να είμαι πλούσιος και να μην το γνωρίζω… τι λέτε έρχεστε μαζί μου να ψάξουμε σκάβοντας για να λύσουμε επιτέλους το μυστήριο; …σίγουρα θα σας δοθούν ποσοστά επί τοις εκατό στα κέρδη από την ευρετή…
Ακόμα το σκέφτεστε;


Φίλιππος Φιλίππου
Συμμετοχή στον 1ο Διαγωνισμό Παραμυθιού koukidaki
Μπορείτε να σχολιάσετε αυτό το παραμύθι παρακάτω ή/και να το βαθμολογήσετε εδώ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου


ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Λίλιθ και Λασθινία, Μιχάλης ΓριβέαςΣκοτεινά φεγγάρια, Γιώργος ΔόλγυραςΕυτυχώς που δεν πάθαμε τίποτα, Χρυσούλα ΔιπλάρηΨίθυροι εραστώνΣώματα δίχως χρόνο, Δέσποινα ΣιμάκηΕυδόκιμο μέλι, Νεφέλη ΣμίχεληΛαξεμένοι ψίθυροι, Μαρίζα Καζακλάρη
Ανατομία ενός καλλιτέχνη, Ισαβέλλα ΠρίτσαΤαξίδεψα για να σε βρω, Ν.Βαρδάκας και Φ.ΤσαγανάκηΘ.Θεοδωρής, Πέρα από τις οκτάβεςΣυμβολή στην ιστορία της ΚασσάνδραςΤο μαντήλι της Θέμιδος, Λ. ΚαποπούλουΩκεανός, Μ.ΚατρακηςΤύχη... ουρανοκατέβατη, Δ.Κανλή
Η σιωπή της Περσεφόνης, Θεοφάνης ΠαναγιωτόπουλοςΗ κληρονομιά του αίματος, Νικόλαος ΝτέτσικαςΕνηλικίωση, Νικόλαος Κατέχης
Το αγόρι που δεν ήθελε να μεγαλώσει, Κ. ΙωακειμίδηςΈνα δέντρο λιβάνι και πάλι ο ξηρανθός, Ευφροσύνη Μαντά-ΛαζάρουΩς εδώ βυθίζομαι, Αναστάσιος ΜεγαλοοικονόμουΌταν η μοίρα εκδικείται, Νίκος Δημητρούλιας