Διάλογος με τον Πεσσόα
Απέναντι στο βιβλίο της ανησυχίας
Γιάννη Σμίχελη
Πολλές φορές αναρωτιέμαι πώς, δηλαδή τον τρόπο με τον οποίο, με διαμόρφωσε αυτή η πόλη. Και υπάρχει μόνο μια αναλαμπή, μια φιγούρα περίεργη, λαϊκή και πολύπτυχη που πάσχιζε να χωρέσει στα ανάλαφρα ρουχαλάκια των καλοκαιρινών εξάψεων και θεατρινισμών, με τις φαρδιές λινές παντελόνες και τις ανθοστολισμένες αέρινες σαν αλεξίπτωτα πουκαμίσες, μα τα βαριά του υλικά τα σώριαζαν στο δάπεδο και φάνταζαν σαν πνιγμένοι αχινοί στα απόνερα και τις λάσπες των αιθέριων εμποροπανηγύρεων σ' ακρογιαλιές με γαμάτα δειλινά και σεξουλιάρικες νυχτωδίες. Αυτός λοιπόν με μύησε στην κοινωνιολογία, όταν τότε ήταν πωλητής καλοκαιρινών ρούχων σε τουριστικάδικο και μετά εξελίχθηκε σε χασάπης και εντέλει υπεύθυνος πολυεθνικής εταιρείας καταστημάτων υπεραγοράς κατά ελληνιστί το γνωστότατο supermarket. Ένας ακόμη Μανωλιός δηλαδή από τους χιλιάδες στον τόπο. Άνοιγε το σχολικό εγχειρίδιο και μιλούσε εκστασιασμένος για την νέα επιστήμη, μιας και στην Ελλάδα ως αυτόνομος κλάδος είχε αναγνωρισθεί προ μιας δεκαετίας, δηλαδή τέλη του εβδομήντα αρχές του ογδόντα, και πάσχιζε να μου εξηγήσει τη διαφορά της κοινωνίας από τα άτομα και πώς ορίζεται η ομάδα. Κι εγώ ρούφαγα τα λόγια του, όταν με τον πίνακα του Magritte μου ανέλυε την σημασία των θεσμών, τους ρόλους που οφείλουν να εκπληρώνουν οι κοινωνοί σύμφωνα με τις κοινωνικές λειτουργίες σχετιζόμενοι με υποχρεώσεις και δικαιώματα. Και φυσικά εξηγούσε ότι το άτομο είναι κοινωνικό μέλος και πως ο Ντιρκέμ ανέδειξε την κοινωνική διάσταση της αυτοκτονίας και ότι οι περίφημες κοινωνικές τάξεις του Μαρξ με την κοινωνική δυναμική της σύγκρουσης αυτών είναι η κινητήρια δύναμη της κοινωνικής εξέλιξης κι ανάπτυξης. Κι αυτός από οικογένεια δεξιών, ο ίδιος ένας φιλελεύθερος σκεπτικιστής, με την αδελφή του κομμουνίστρια να του έχει ανοίξει τα μάτια έτσι ώστε εκείνος ν' ακροβατεί πάνω σε τεντωμένο σκοινί με το δεξί μάτι και τ' αριστερό αφτί. Αυτός με βάπτισε με την πυρά της χαοτικής περιήγησης στους στοχασμούς του κοσμικού υπερβατικού, την κοινωνία. Και έτσι στράφηκα στην κοινωνιολογία.
Πάντως ήταν τόσο αντιφατικές οι καταστάσεις που έζησα, γενικά, ώστε συχνά κατέληγαν σε μια γλυφή γεύση. Ένα υφάλμυρο νερό, που αντί να με ξεδιψάει ανέβαζε την πίεσή μου με όλες τις κοινωνικές ψευδαισθήσεις να βουλώνουν τις φλέβες της ζωής μου. Ωστόσο, καταλυτική ήταν η γνωριμία μου γύρω στο δύο χιλιάδες, στην περίοδο της φρενίτιδας των επενδυτικών οργασμών, της βεγγαλικής επιχειρηματικότητας και των χρηματιστηριακών φαντασιοπληξιών, με τους γέρους κομμουνιστές αντιστασιακούς του ΕΑΜ ΕΛΑΣ ως φωτεινή εικόνα που κράτησα ανεξίτηλη και ανεκτίμητη. Η ανάμνησή τους δρα ως φάρος και ως πυξίδα μέχρι σήμερα και διαρκώς. Όλα τ' αλλά μια ακυρωτική αντίφαση, γιατί υπάρχουν εκείνες οι εσωτερικές συγκρούσεις που επιδέχονται επίλυση κι εκείνες οι οποίες έχουν σαν μόνη επιλογή την αυτοκαταστροφή. Ένας φαύλος κύκλος τελειώνει μόνο όταν σκουριάσει ολοσχερώς ή πεθαίνουν οι συντηρητές του ή αποσυντεθεί. Κάποτε έλεγα πως αυτός ο τόπος έχει τουλάχιστον εκείνο τον γλυκό ήλιο ακόμα και στις καλοκαιρινές ζέστες με την θαλπωρή της γαλήνιας νύχτας όπου το θαλασσινό αεράκι είναι μια αύρα μεγαλοπρέπειας της αρμονίας του περιβάλλοντος για την ανθρώπινη έκσταση. Όμως, όλο αυτό το μπεταρισμένο τοπίο δήθεν με την παραδοσιακή αρχιτεκτονική την τόσο οικολογική, πανάθεμά μας, όπου δεν λήφθηκε η ελάχιστη μέριμνα για αλσύλλια, δεντροφυτεύσεις και δεν επιδιώχθηκε η απομάκρυνση των ιδιωτικών οχημάτων με ένα σοβαρό δίκτυο μαζικής μεταφοράς και ποδηλατοδρόμων, με κάνει να νιώθω τουλάχιστον μια βαθιά απογοήτευση που αποτρέπει έστω και να σχεδιάσω επίσκεψη μιας μέρας. Άνθρωποι - φύση σημειώσατε καταστροφή. Κι αν δεν ήταν η θάλασσα, θα είχε συντελεστεί ολοκληρωτικά προ πολλού. Όσο για τους κατοίκους το μόνο που μου μένει είναι η βαθιά θρησκευτική πίστη στο χρήμα και τον πλούτο, με συνέπεια να μιλάμε για ένα ιδεοληπτικό χυδαίοϋλισμό που τα αλέθει όλα, όχι ακριβώς στον μύλο του κέρδους αλλά στης υποκρισίας. Δεν έχει σημασία αν ο άλλος έχει τεράστια χρέη στην τράπεζα μα ότι προβάλει επιτυχώς την φαντεζί ζωούλα του ώστε να φαίνεται άνετος και πάμπλουτος. Η κωθωνίαση αντεστραμμένη σε επιτυχημένη ματζαδούρα αεριτζή, αετονύχη, φιγουρατζή υπερχρεωμένου και ανυποψίαστου φαλιριμένου.
Πολλά, πολλά λεφτά, σου λέω, αρκεί να είσαι έτοιμος ν' αρπάξεις την ευκαιρία από τα μαλλιά. Δεν χρειάζεσαι πολλά κεφάλαια, μυαλό, μυαλό, σου λέω, αυτό είναι η ουσία και παγαποντιά να τους φέρνεις όλους βόλτα, δίχως χαμπάρι να σε παίρνουν, να τους τσιμπάς τα φράγκα στα μουλωχτά, να έτσι, μ' ένα χαμόγελο δέκα πήχεις και πολλή πολλή τσαχπινιά. Δεν θα μασάς αν σου την λένε, δεν θα την λες εσύ, εσύ θα λες πάντα ναι, ναι και βεβαίως, βεβαίως, αμέσως, αμέσως και όπως διατάξετε, πάντα με το αζημίωτο. Μην δίνεις σημασία στα πολιτικά, εσύ είσαι με όλους, όπου φυσάει ο άνεμος, με τον δεξιό, τον αριστερό, τον κεντρώο, ανάλογα την περίσταση και την περίπτωση και με τους Ευρωπαίους, εσύ τον χαβά σου, το πέος σου, δηλαδή θα ξύνεις τ' αρχίδια σου, να έτσι, με το χέρι στην τσέπη της παντελόνας σου, εξού και φαρδιά που είναι, να χωράνε τα πρησμένα αρχίδια σου, και ενώ σου την λένε για την ποιότητα, την ποσότητα, το σερβίς, το χώνεις το χέρι στην τσέπη και με σκισμένη τη φόδρα τα ξύνεις όσο σου μιλάνε. Μάλιστα κύριε, of course κυρία, madame wie sie möchten. Υπόκλιση και όταν ο ένας ευρώ-πέος βρίζει χυδαία τον άλλο ευρώ-πέο εσύ jawohl. Χοντρή κονόμα, μεταξύ τους ρατσιστές, ρατσιστής και συ. Μεταξύ τους φίλοι, φίλος και συ. Και στο κάρφωμα με στιλέτο, χειρουργός εσύ, κι άμα λάχει νεκροθάφτης περιωπής, με τακτ και το φτυάρισμα αλά βασίλισσα Ελισάβετ.
Ρε μαλάκα, τι μου τσαμπουνάς; Όλα αυτά είναι μεροδούλι μεροφάι, άντε και να το κάνεις μοσχαράκι γάλακτος, ή αστακό μια φορά την εβδομάδα. Κοίτα τον γείτονά σου, στα κατσάβραχα δέκα στρέμματα, έγλειψε, παρακάλεσε, λάδωσε τ' άντερα των μηχανισμών, τα έσκασε και στη δικηγοράντζα εκ Αθηνών, παρά Αρείου Πάγου η σουρλουλού, και πάγωσαν όλοι με την ανέγερση της ξενοδοχειάρας. Ευρώπουλα, λαχταριστά κονδύλια εκ Ευρώπας. Όχι παίζουμε! Ευρωπαϊκή ένωση, ευρωνόμισμα και χοντρά πακέτα, ευρωκάρβελα. Ούτε ξερό ψωμί, μήτε ελιά με Κώτσο βασιλιά. Και το πενταόροφο, πεντάστερο, μέχρι το κύμα το έφτασαν και 'κλείσαν και την αμμουδιά, παραλία prive. Περιφραγμένη πολυτέλεια. Να τα κότερα, να τα ελικόπτερα, να τα βιπιά, η χαϊκλασιά society. Χρήμα με ουρά να τρώνε άπαντες. Όχι να παίζουμε με κοκαλάκια. Άλλα κόλπα, μεγάλε, αλλιώτικα!
Copyright © Γιάννης Σμίχελης All rights reserved
Πρώτη δημοσίευση
Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου
Το πεζογράφημα αποτελεί απόσπασμα του βιβλίου του Γιάννη Σμίχελη Άγιος Νεόπλουτος: Διάλογος με τον Πεσσόα - Απέναντι στο βιβλίο της ανησυχίας [εκδ. koukidaki, ISBN: 978-618-88274-1-7], που δημοσιεύτηκε σε 42 μέρη στο koukidaki.gr από τις 25 Απριλίου 2025 και κάθε Παρασκευή. Ξεκινήστε την ανάγνωση από εδώ ή συνεχίστε στο επόμενο.
Σημ. επιμ.: Jawohl στα γερμανικά σημαίνει «ναι» κι αντίστοιχα η φράση wie sie möchten «όπως επιθυμείς», η λέξη βιπιά προέρχεται από το ακρωνύμιο VIP και τέλος, ο Εμίλ Ντ. Ντιρκέμ (1858-1917) ήταν Γάλλος φιλόσοφος και κοινωνιολόγος και περιλαμβάνεται ανάμεσα σε εκείνους τους επιστήμονες που συνέβαλαν στην εξέλιξη της κοινωνιολογίας.
![Γιάννη Σμίχελη Άγιος Νεόπλουτος: Διάλογος με τον Πεσσόα - Απέναντι στο βιβλίο της ανησυχίας [εκδ. koukidaki, ISBN: 978-618-88274-1-7] Γιάννη Σμίχελη Άγιος Νεόπλουτος: Διάλογος με τον Πεσσόα - Απέναντι στο βιβλίο της ανησυχίας [εκδ. koukidaki, ISBN: 978-618-88274-1-7]](https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhjVIf0oD3iasvYaHIIk6OpZruWYwERQnh4ErIy1Za90z7XCt3e1tXgTMkrgWKKrSbAWP6ERfyx27eLZdry0dGjT1dV-TX2WvzmkfejCU5gJ1kG0Ki4zE0coDI75ZY5rQoNVKeZH8he5lO2LmKVtDJxIS33dqtKj6LYH7EfkOhFwxdwAgxi9ubfLN_w1dcq/w320-h320/neoploutosISBN.jpg)


